Μπορείτε να το ακούσετε εδώ.
*************************************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε μια πόλη, στην Κοζάνη, πολύ μακριά από εδώ,
ζούσαν δύο αδερφούλες μικρές,
που εκτός από αξιαγάπητες, που και που κάνανε και λίγες σκανταλιές.
Η Αναστασία και η Αντωνία είχαν ένα σχέδιο μεγάλο και φοβερό,
να μαζέψουν χρήματα για να ταξιδέψουν σε έναν μακρινό προορισμό.
Τα Χριστούγεννα στην Κοζάνη τους φαινόταν βαρετά,
μιας και είχαν καιρό εκεί να δουν χιόνια και βαρυχειμωνιά.
Θέλανε να πάνε κάπου που να έχει χιόνι αρκετό,
Σκι να κάνουνε όλη μέρα σε χιονοδρομικό.
Και μιας και τα Χριστούγεννα ήταν κοντά,
Το πλάνο τους ήταν να πούνε τα κάλαντα στη καλή τους τη γιαγιά.
<<Η γιαγιά μας αγαπάει πάρα πολύ,
Σίγουρα θα συνεισφέρει στην ιδέα μας αυτή.>>,
είπε η Αναστασία με πολύ ενθουσιασμό.
Η Αντωνία όμως πρότεινε κάτι πιο δραστικό.
<<Μα Αναστασία η γιαγιά δεν θα μας δώσει αρκετά λεφτά.
Είμαι σίγουρη θα μας γεμίσει με πίτες και κιχιά.
Κι έτσι και αρχίσουμε το φαγοπότι στο σπίτι της το ζεστό,
Δεν θα προλάβουμε να τα πούμε και αλλού, θα χάσουμε όλο το πρωινό.
Γιαυτό και μένα μου ήρθε μια ιδέα φοβερή.
Τα κάλαντα να ξεκινήσουμε να τα λέμε από τις 6 το πρωί.
Έτσι δεν θα πάμε μόνο στη δική μας γειτονιά,
Αλλά σε όλη την Κοζάνη, από την Σκρκα μέχρι τη Γιτιά.
Μέχρι το μεσημέρι θα έχουμε γυρίσει όλη την Κοζάνη,
Και έτσι την Πρωτοχρονιά θα είμαστε σε σαλέ κάπου στη Λωζάνη."
Ετοίμασαν τα τρίγωνα τους και ρούχα ζεστά,
Και περίμεναν την Παραμονή με πολύ χαρά.
Η μητέρα τους η Μαργαρίτα τις κοιτούσε με απορία,
<<Τι να ετοιμάζουν άραγε τα κορίτσια και κάνουν τόση ησυχία; >>
Αναρωτιόταν γιατί ήταν σίγουρη ότι έκαναν σκανταλιά,
γιατί όποτε τις πλησίαζε, άκουγε γέλια και χαχανητά.
Οι μέρες πέρασαν και έφτασε η Παραμονή,
Τα κορίτσια ξύπνησαν και ετοιμάστηκαν μέσα σε μια στιγμή.
Ξεκίνησαν από το σπίτι και διέσχισαν τη πλατεία,
Μα παρατήρησαν πως υπήρχε παντού μια ησυχία.
<<Μα που είναι τα άλλα παιδιά;>>,
αναρωτήθηκε η Αντωνία.
<<Κάτι περίεργο συμβαίνει εδώ, δεν υπάρχει κανείς.
Μήπως βγήκαμε τελικά πολύ νωρίς; >> συμπλήρωσε η Αναστασία προβληματισμένη.
Και η Αντωνία κοίταξε ψηλά το ρολόι παραξενεμένη.
<<Κρίμα και είχα κάνει τόσες πρόβες όλο αυτόν το καιρό,
Τα κάλαντα τώρα άραγε σε ποιον να τα πω.>>
Και με το κεφάλι στραμμένο στο ρολόι άρχισε να τραγουδά :
<<Τρίγωνα κάλαντα στο μικρό χωριό και χτυπάει Χαρούμενα το καμπαναριό....>>
ΚΑΙ ΤΣΑΦ!!!! Έγινε κάτι μαγικό.....
Κάτι έπεσε στου καμπαναριού την κορυφή,
Και η καμπάνα άρχισε να χτυπάει σαν τρελή.
Πυροτεχνήματα, φώτα, καπνός και μουσική,
Κάτι περίεργο γινόταν ψηλά εκεί.
Μόλις υποχώρησε ο καπνός και τελείωσε το θέαμα αυτό,
Οι δύο αδερφούλες έμειναν με το στόμα ανοιχτό.
Ήταν το έλκηθρο του Αγίου Βασίλη στα αληθινά,
Τα ελαφάκια στοιχισμένα το ένα με το άλλο στεκόταν στη σειρά.
Ο Άγιος Βασίλης στεκόταν κι αυτός εκεί,
το πρόσωπο του μαρτυρούσε ότι αναρωτιόταν πως βρέθηκε εκεί!
Μα ξάφνου, είδε τα δύο κορίτσια και τις έγνεψε από ψηλά.
Και γρήγορα κατέβηκε του Μαμάτσιου τα σκαλιά.
<Κορίτσια μου βοήθεια, χάθηκα για τα καλά,
στο σπίτι μου ήθελα να πάω μα βρέθηκα εκεί ψηλά.
Είχα βγάλει μια βόλτα το έλκηθρο να δω αν λειτουργεί καλά,
βοηθήστε με να γυρίσω πίσω πριν τη Πρωτοχρονιά.
Κάτι έπαθαν οι τάρανδοι μου και δεν ξεκινούν,
τους φωνάζω έναν έναν, μα δεν μ'ακούν.>>
τους είπε ο Άγιος Βασίλης και περίμενε μια απάντηση με αγωνία,
και τότε πετάχτηκε με χαρά η μικρή Αντωνία.
<<Ξέρω που είναι το σπίτι σου, είναι πολύ κοντά από εδώ,
Γι'αυτό μην αγχώνεσαι καθόλου θα σε πάμε εμείς οι δύό.
Για την ακρίβεια είναι πάρα μα πάρα πολύ κοντά,
συνέχεια πηγαίνουμε εκεί με τη μαμά και τον μπαμπά.>>
<<Αντωνία είσαι σίγουρη πως είναι κοντά; >>,
τη διέκοψε η αδερφή της η Αναστασία.
Μα η Αντωνία είχε ξεκινήσει τη ξενάγηση δίχως να χάσει ευκαιρία.
<<Άγιε Βασίλη το Καμπαναριό που προσγειώθηκες είναι της πόλης μας έμβλημα σημαντικό,
εδώ συναντιόμαστε με τις φίλες μου όταν θέλουμε να πάμε για παγωτό.
Βρίσκεται εδώ επί τουρκοκρατίας εποχή,
κι ακόμη κι αν βομβαρδίστηκε δεν έπεσε στη γη.
Ο Ναός του Αγίου Νικόλαου βρίσκεται δίπλα του ακριβώς,
και είναι της Κοζάνης ο πιο παλιός ναός.
Συμπληρώνει μέχρι τώρα περίπου τρεις αιώνες ζωής,
έλα πάμε μέσα να ανάψουμε κερί και να τον δεις.>>
Κι αφού έμειναν για λίγο στην εκκλησία,
Η Αντωνία αμέσως άρπαξε την ευκαιρία.
<<Έλα πάμε να σου δείξουμε το Μουσείο της Κοζάνης, το Λαογραφικό,
Που έχει μέσα πράγματα ένα σωρό>>.
Ο Άγιος Βασίλης τις ακολουθούσε και θαύμαζε τα εκθέματα του μουσείου με προσοχή,
γιατί η ιστορία της Κοζάνης έχει τόσα πολλά να τους πει.
Η ξενάγηση στο μουσείο τελείωσε μετά από ώρα πολλή.
<<Άγιε Βασίλη τώρα θα σε πάμε κάπου για φαΐ.
Πρέπει να δοκιμάσεις της Κοζάνης τα παραδοσιακά φαγητά,
άλλη καλύτερη μαγείρισσα δεν θα βρεις, από τη καλή μας τη γιαγιά>>.
του είπε η Αντωνία καθώς πλησιάζανε προς τα εκεί,
Και είχε δίκιο γιατί η γιαγιά είχε ήδη έτοιμο το φαΐ.
Υποδέχτηκε τον Άγιο Βασίλη και τα κορίτσια με ένα χαμόγελο πλατύ.
Τους κέρασε πίτες, κιχιά και τηγανιά χοιρινή.
Τους έβγαλε γιαπράκια ζεστά ζεστά
Και για επιδόρπιο κουραμπιέδες και φρέσκο μπακλαβά.
Κι αφού της είπαν και τα κάλαντα και πήραν τον μποναμά,
η Αντωνία της διηγήθηκε όλο χαρά.
<<Γιαγιά ευχαριστούμε πολύ για το γεύμα αυτό,
τώρα ήρθε η ώρα να οδηγήσουμε τον Άγιο Βασίλη δίπλα στο χωριό.
Το έλκηθρο του προσγειώθηκε στου Μαμάτσιου τη κορυφή,
γιαυτό θα τον βοηθήσουμε να γυρίσει πίσω μέσα σε μια στιγμή. >>
<<Μα Αντωνία μου το χωριό του Αγίου Βασίλη είναι πολύ μακριά>>,
Προσπάθησε να τις εξηγήσει η γιαγιά.
Η Αντωνία όμως της απάντησε με μπόλικη σιγουριά και αυθορμητισμό,
<<Γιαγιά μην αγχώνεσαι, εγώ τον δρόμο θα τον βρω>>!
Χαιρέτισαν τη γιαγιά και ξεκίνησαν για το χωριό,
τον δρόμο περάσαν απέναντι με βήμα γοργό.
Φτάσανε στο σχολείο τους, στο 1ο το Δημοτικό,
συναντήσαν στο δρόμο, έναν φίλο τους καλό.
<<Γεια σου Ηλία>>, είπαν οι δύο αδερφούλες μαζί με μια φωνή,
<< Έλα να μας βοηθήσεις έχουμε μια σοβαρή αποστολή.
Δείχνουμε στον Άγιο Βασίλη το δρόμο για το χωριό του,
γιατί πριν λίγο χάλασε το έλκηθρο του>>.
Ο Ηλίας τις είπε με πολύ ενθουσιασμό
<<Ευχαρίστως να σας βοηθήσω και εγώ.
Μα το χωριό του είναι χιλιόμετρα μακριά από εδώ.
Θα πρέπει να του βγάλουμε εισιτήριο αεροπορικό. >>
Η Αντωνία όμως τον διέκοψε και αυτή τη φορά,
<<Μα το χωριό του είναι δίπλα στην Κοζάνη, σας λέω έχω πάει με τον μπαμπά και τη μαμά. >>
Αμέσως τότε ζήτησε από την Αναστασία να καλέσει τον μπαμπά της στο κινητό,
για τον πήγαιναν με το αυτοκίνητο μέχρι το χωριό.
Σαν έφτασε ο μπαμπάς με τη μαμά,
η Αντωνία ψιθύρισε κάτι στο αυτί του μπαμπά.
Στριμώχτηκαν όλοι μαζί στο αυτοκίνητο δίχως να χάσουν ευκαιρία,
είχαν περιέργεια να δουν που θα τους οδηγούσε η Αντωνία.
Ο μπαμπάς οδηγούσε, σύμφωνα με τις οδηγίες της Αντωνίας, πολύ προσεκτικά,
Και λίγα λεπτά αργότερα η Αντωνία φώναξε όλο χαρά.
<<Να το χωριό του Αγίου Βασίλη, φτάσαμε παιδιά.>>
Και όλοι τους μόλις διάβασαν την τεράστια ταμπέλα που έλεγε <<Καισαρειά>>,έμειναν με τα στόματα ανοιχτά.
<<Ωχ όχι Αντωνία, εδώ είναι η Καισαρειά όχι η Καισαρεία! >>
είπε ο Ηλίας που αγαπούσε πολύ την γεωγραφία.
Ήταν στ'αλήθεια αστείο πως ένας τόνος σε δυο ίδιες λέξεις αλλάζει τη σημασία,
και προκάλεσε τέτοιο μπέρδεμα με την τοποθεσία!
<<Ουπς!>> είπε η Αντωνία μα αμέσως σκέφτηκε ένα σχέδιο καταπληκτικό,
για να αναπληρώσει για το μπέρδεμα αυτό.
<<Ευκαιρία να δείξουμε στον Άγιο Βασίλη μας, άλλη μια του τόπου μας ομορφιά.
πάμε να δούμε τη λίμνη Πολυφύτου και τη γέφυρα από ψηλά>>.
Έτσι μέσα σε λίγα λεπτά έφτασαν στην Νεράιδα, ένα όμορφο χωριό,
τα αστέρια καθρεφτίζονταν στο νερό δημιουργώντας ένα τοπίο φοβερό.
Ο Άγιος Βασίλης ενθουσιάστηκε με την ομορφιά αυτή,
ούτε στον Βόριο πόλο τέτοια, δεν είχε ξαναδεί.
Kαι καθώς απολάμβαναν του Αλιάκμονα τα νερά
μια λάμψη φάνηκε από ψηλά.
Όχι δεν ήταν πεφταστέρι λαμπερό,
μα το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη με τους ταράνδους του, που διέσχιζε τον ουρανό.
<<Μα ποιος οδηγεί το έλκηθρο μου;>> , αναρωτήθηκε ο Άγιος Βασίλης και πριν τελειώσει τη φράση αυτή,
το έλκηθρο σταμάτησε μπροστά τους και τα κορίτσια είπαν με δυνατή φωνή.
<<Η γιαγιά μας!!!>>
Κι όντως η γιαγιά που είχε υποψιαστεί τι ετοίμαζε η μικρή της εγγονή,
μόλις χωρίστηκαν δεν έχασε στιγμή.
Στο ρολόι της Κοζάνης πήγε τους ταράνδους να βρει
και τους τάισε, μα τι άλλο.... κεφτέδες με ζμι.
Οι τάρανδοι χόρτασαν και γέμισε η κοιλιά
και έτσι μπόρεσαν και ξαναπέταξαν ψηλά.
<<Χο χο χο, τι περιπέτεια και η σημερινή,
Η Κοζάνη είναι όντως μια πόλη μαγική.
Θα σας επισκεφθώ σίγουρα σύντομα παιδιά,
μα τώρα πρέπει να γυρίσω πίσω, γιατί έχω πολύ δουλειά.>>
Είπε ο Άγιος Βασίλης και ευχαρίστησε την Αντωνία για την ξενάγηση αυτή,
καθώς και τη γιαγιά της που τους ταράνδους του τάισε με το ωραίο της το φαΐ.
<<Μα πριν γυρίσω πίσω, σας έχω και εγώ μια έκπληξη μικρή>>,
συνέχισε ο Άγιος Βασίλης και κάτι ψιθύρισε στου Ρούντολφ το αυτί.
<<Επιβιβαστείτε!! >> φώναξε με ενθουσιασμό
και ανέβηκαν όλοι στο έλκηθρο δίχως να χάσουν λεπτό.
Το έλκηθρο πέταξε ξανά ψηλά στον ουρανό
και έτσι μαγικά φτάσανε στου Άγιου Βασίλη το πραγματικό χωριό.
Το χιόνι εκεί έπεφτε πυκνό πυκνό και όλα είχαν καλυφθεί,
ήταν ακριβώς όπως τα κορίτσια το είχαν ονειρευτεί!
Στο χιόνι άρχισαν να τρέχουν από χαρά,
σκι έκαναν στου λόφου τη πλαγιά.
Χιονοπόλεμο έπαιξαν παρέα με τα ξωτικά
και στο τέλος ήπιαν και μια ζεστή σοκολάτα με ζαχαρωτά.
Ήταν σίγουρα τα πιο λευκά και ωραία Χριστούγεννα που πέρασαν ποτέ,
καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σαλέ.
Και έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,
με όλους να βρίσκονται πίσω στο κρεβατάκι τους το ζεστό.
Στο βάθος ακουγόταν να χτυπάει της Κοζάνης το μαγικό καμπαναριό,
αφήνοντας τους όλους να αναρωτιούνται για το ταξίδι αυτό,
ήταν άραγε όνειρο ή πραγματικό...
*************************************************************
Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2024
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα Χριστουγεννιάτικα παραμύθια -- >



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου