Σούρβα, σούρβα...... Ένα παραμύθι για τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα και τις παραδόσεις της Θράκης.

Σούρβα, σούρβα...

Ένα παραμύθι για τα Χριστουγεννιάτικα έθιμα και τις παραδόσεις της Θράκης που γράφτηκε αποκλειστικά για τον Σύλλογο Εβριτών Ν.Δράμας "Ο ΕΒΡΟΣ" και την αγαπημένη χοροδιδάσκαλο κα Λία Ιωσηφίδου.

Για να μαθαίνουν οι μικροί και να θυμούνται οι μεγάλοι.

Βρείτε τον σύλλογο στο Facebook εδώ: https://www.facebook.com/evritesdramas

Αν σκοπεύετε να επισκεφθείτε την Ονειρούπολη της Δράμας μπορείτε να παρακολουθήσετε τις παρακάτω εκδηλώσεις του Συλλόγου :

15/12 στις 14:00 μ.μ   Κεντρικός χορός του Συλλόγου στο κέντρο Όπερα.

18/12 στις 17:00 μ.μ.   Tο θεατρικό του Συλλόγου στη κεντρική σκηνή της Ουρανούπολης.

 

Αν επιθυμείτε να αποκτήσετε ένα αντίτυπο αυτού του παραμυθιού, επικοινωνήστε με την κ. Λια Ιωσηφίδου εδώ.

********************************************************************************

 

Μια φορά κι έναν καιρό,

σε ένα χωριό πολύ μακριά από εδώ,

ζούσε μια γιαγιούλα γλυκιά,

που όλη μέρα έπλεκε για τα εγγόνια της τα μικρά.


Κάθε βδομάδα τα περίμενε στο μικρό της σπιτικό,

τα φίλευε νόστιμα φαγητά ένα σωρό.

Τα βράδια τους έλεγε πάντα μια ιστορία από τα παλιά,

και αυτά αποκοιμιόταν στη ζεστή της αγκαλιά. 

 

Σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, η αγαπημένη τους γιορτή,

η γιαγιά είχε μια καταπληκτική ιδέα για την Παραμονή. 

Προσκάλεσε όλη την οικογένεια να έρθουν σπίτι της για φαγητό,

όπως έτρωγαν, όλοι μαζί αγαπημένοι, τον παλιό καλό καιρό. 


Το τραπέζι έστρωσε με νόστιμα φαγητά,

και υποδέχτηκε την οικογένεια με πολλή χαρά.

Το σπίτι μοσχομύριζε φρέσκο ζυμαράκι,

που ετοίμασε η γιαγιά με πολύ μεράκι.

<<Φουσκίτσες (Λουκουμάδες) θα σας φτιάξω μετά το φαγητό,

γι'αυτό καθίστε δίπλα μου ένα παραμύθι να σας πω.>>,

είπε η γιαγιά και άρχισε να εξιστορεί,

μια ιστορία από τότε που ήτανε μικρή. 


<<Σαν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι μέρες οι γιορτινές,

η μητέρα μου καθάριζε καλά το σπίτι, όλες τις γωνιές. 

Κι εγώ με τη σειρά μου τη βοηθούσα με το νοικοκυριό,

και φρόντιζα να κρατάω το σπίτι πάντα καθαρό. 

Ο πατέρας μου μας έφερνε κρέας και λαχανικά

και με τη μαμά μου στη κουζίνα πιάναμε δουλειά. 

Ετοιμάζαμε ούτε ένα, ούτε δύο αλλά εννέα φαγητά.>>


<<Γιατί γιαγιά εννέα;>>, ρώτησε ο εγγονός της με απορία.

<<Γιατί συμβόλιζαν τους εννέα μήνες εγκυμοσύνης που είχε η Παναγία.>>

Είπε η γιαγιά και συνέχισε την ιστορία.


Ξάφνου ένας ήχος ακούστηκε σαν μπουμπουνητό,

μα δεν ήταν άλλο από μιας κοιλίτσας γουργουρητό.

<< Μάλλον ήρθε ώρα να καθίσουμε για φαγητό>>, είπε η γιαγιά

<<θα συνεχίσουμε την ιστορία μια άλλη φορά>>.

 

<<Μαμά, μπαμπά κοιτάξτε!>> , φώναξαν με μια φωνή και τα δύο παιδιά.

<<Η γιαγιά μας έχει ετοιμάσει πιάτα εννιά!>>

Πάνω στον σοφρά βρισκόταν εννέα είδη φαγητών με συμβολικό σκοπό. 

Με προσευχή ξεκίνησαν και ευχαρίστησαν τον Θεό.


Πίτα για να γίνουν τα στάρια λαμπερά,

μέλι για να κουβαλούν τα μέλη της οικογένειας πράγματα πολλά.

Άφθονο κρασί για να απλώσει η οικογένεια σαν την κληματαριά,

σαραγλί για να φερόμαστε στους επισκέπτες μας πάντα γλυκά.

Σκόρδο για να έχουν όλοι προστασία από τα τσιμπήματα των εντόμων, το καλύτερο εντομοαπωθητικό,

κρεμμύδι για να έχουν οι λεχώνες πολύ γάλα, να δίνουν στο μωρό.

Μήλα για να έχουν τα μέλη της οικογένειας κόκκινα μαγουλάκια

αλλά και μπόλικα καρυδάκια.

Και για να συμπληρωθούν τα πιάτα εννιά,

η γιαγιά είχε ετοιμάσει λαδερά γεμιστά γεμίζοντας με ρύζι τη πιπεριά.

Τέλος για συμπλήρωμα χριστόψωμο γλυκό

που έψησε η γιαγιά στον ξυλόφουρνο και το πρόσφερε ζεστό.

Κι αφού τελείωσε ευχάριστα το δείπνο αυτό,

τα παιδιά αποκοιμήθηκαν στο λεπτό.

 

Το επόμενο πρωινό ξύπνησαν και φόρεσαν τα ρούχα τους τα γιορτινά

Με ευλάβεια πήγαν στην εκκλησία, ήταν Χριστούγεννα πια.

 Όταν γύρισαν πίσω στο σπίτι της γιαγιάς να φάνε πρωινό,

η γιαγιά είχε ετοιμάσει με τα χεράκια της ένα έδεσμα παραδοσιακό.

Τη "μπάμπω" που χε σχήμα σαν σαλιγκάρι στριφογυριστό. 

Έβγαλε και μερικά πιάτα για μεζέ με "πουσουρτί",

και σήκωσε ψηλά το ποτήρι της με το κόκκινο κρασί.


<<Καλά Χριστούγεννα με υγεία>>, είπαν όλοι με μια φωνή.

Και τα παιδιά ζήτησαν άλλη μια ιστορία να τους πει.

Η γιαγιά δίχως να χάσει λεπτό,

ξεκίνησε να τους λέει μια ιστορία για ένα έθιμο παραδοσιακό.


<<Ανήμερα Χριστουγέννων στη μέση της πλατείας, μεγάλοι και μικροί,

άρχισαν να ετοιμάζουν και να ντύνουν τον “Πουρπούρη” με ειδική στολή.

Πάνω από τη παραδoσιακή τoυ φoρεσιά, 

του φορούσαν το "γιoυμoυρλoύκ" μια κάπα και ψεύτικα άσπρα μούσια και μαλλιά. 

Mια μάσκα, φτιαγμένη από νερoκoλoκύθα στο κεφάλι

καθώς και ένα γυναικείο κατά προτίμηση ζωνάρι.

Στη μέση του κρεμούσαν κoυδoύνια και γκαρτσoύνες, για να κάνει σαματά και φασαρία.

Και του δίναν και ένα ξίφος, αν το χρειαστεί στο δρόμο για ξιφομαχία. 


Μετά τoν “Πoυρπoύρη” η "γυναίκα" του έπαιρνε σειρά.

που ήταν ένα παλικάρι μεταμφιεσμένο με γυναικεία φoρεσιά. 

Είχε κατά κανόνα και μoυστάκι, που συνηθιζόταν να είναι ζωγραφιστό. 

 Και έτσι ήταν και οι δύο τους ζευγάρι ταιριαστό .

 

Πρώτα θα πήγαιναν στο σπίτι του παπά,

και όλοι μαζί θα τραγουδούσαν ρυθμικά :

“Π’ άρχοντα σπίτια βγαίνoυμι, σ’ αρχoντικά θα πάμι

έβγα, κυρά μ’, καλή κυρά μ’, να διεις τα παλληκάρια

ψoυμί γυρεύoυν τα πιδιά, κρασί τα παλληκάρια”.

 

Την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς,πάλι έβγαιναν τα αγόρια να πουν τα κάλαντα με το καραβάκι

και το βράδυ κόβαμε τη βασιλόπιτα δίνοντας σε όλους ένα κομματάκι.

Το πρωί που ξυπνούσε η μαμά μου ερχόταν με τη σούρβα, ένα κλαδάκι και μας σούρβιζε στην πλάτη λέγοντας μας την ευχή:

 

<<Σούρβα, σούρβα
γερό κορμί, γερό σταυρί,
σαν ασήμι, σαν κρανιά
και του χρόνου όλοι γεροί
και καλόκαρδοι.
>>


Αφού επιστρέφαμε από την εκκλησία στο σπίτι έμπαινε κάποιος ξένος πρώτα με φρούτα και γλυκά και μας έκανε ποδαρικό,

πριν όμως μπει στο σπίτι στην εξώπορτα έσπαζε ένα ρόδι για να φύγει το κακό.

Tο μεσημέρι ήταν το ίδιο όμορφο όπως και των Χριστουγέννων με φαγητό, τραγούδια και χορό.


Tην παραμονή των Θεοφανίων η μαμά μου έφερνε από την εκκλησία τον μικρό αγιασμό,

και ράντιζε όλο το σπίτι και την αυλή για να διώξει το κακό.

Ο μπαμπάς μου έπαιρνε λίγο από αυτόν και ράντιζε τα χωράφια για να έχουμε καλή σοδειά,

τα παιδιά έβγαιναν πάλι να πουν τα κάλαντα στη γειτονιά.

 

Το βράδυ ετοίμαζε η μαμά μου το τραπέζι με νηστίσιμα φαγητά όπως κομπόστα, μέλι καρύδια και ελιές.

Το πρωί των Θεοφανίων πηγαίναμε στην εκκλησία να πάρουμε τον αγιασμό και πίναμε όλοι νηστικοί από τρεις γουλιές.

 

Με τον αγιασμό των νερών η παράδοση μας λέει ότι έφευγαν οι καλικάντζαροι  και κάπως έτσι περνούσαμε τις Άγιες αυτές μέρες.... >>

 

Και πριν τελειώσει η γιαγιά το παραμυθάκι αυτό.

Τα εγγονάκια της άρχισαν τα τραγούδια και το χορό.

Σαν καλικατζαράκια πηδούσαν από χαρά,

 με τις ιστορίες της γιαγιάς, σαν να έζησαν κι αυτά τα έθιμα ξανά. 

 

<<Ελάτε τώρα να σας κεράσω και εσάς ζεστές ζεστές φουσκίτσες που ετοίμασα από το πρωί, 

για να σας μείνει αξέχαστη η μέρα αυτή η γιορτινή. 

Τα ήθη και τα έθιμα είναι πολύ σημαντικά,

Εύχομαι αυτά τα Χριστούγεννα να σας μείνουν ως μια γλυκιά ανάμνηση για πάντα στη καρδιά. >>,

είπε η γιαγιά και χαμογέλασε κι αυτή, 

γιατί μέσα από τα παραμύθια της έγινε ξανά παιδί.

 

********************************************************************************

Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2024

 







Print Friendly and PDF

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου