Όταν μεγαλώσω θα γίνω συγγραφέας...είπαν όλα τα παιδιά μαζί,
και ζωγράφισαν το παραμύθι τους με μπόλικη φαντασία στο χαρτί.
Πολύχρωμες και διαφορετικές ιδέες από κάθε παιδάκι,
ενώθηκαν όλες μαζί σε αυτό εδώ το παραμυθάκι.
Με αγάπη, συνεργασία και πείσμα τα όνειρα σου θα γίνουν αληθινά,
γι'αυτό άσε τη φαντασία σου να σε οδηγήσει σε μέρη μαγικά.
Tο παραμύθι αυτό γράφτηκε σε συνεργασία με τους μαθητές της Α' τάξης του 1ου Δημοτικού Σχολείου Κοζάνης.
Οι μαθητές ζωγράφισαν μια ζωγραφιά με το θέμα της επιλογής τους και στη συνέχεια γράφτηκε το κείμενο του παραμυθιού με βάση τις εικόνες των παιδιών.
Οι ζωγραφιές χρησιμοποιήθηκαν στο βίντεο για το παραμύθι το οποίο μπορείτε να το δείτε και να το ακούσετε στο κανάλι μας στο Youtube εδώ.
*********************************************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε μια πόλη πολύ μακριά από ‘δώ,
ζούσε μια συγγραφέας η Εμμανουηλία,
που ήταν η μητέρα του μικρού Ηλία.
Εδώ και μέρες η Εμμανουέλα, ας τη φωνάζουμε έτσι, εν συντομία,
σ’ αυτό εδώ το παραμυθάκι,
αντιμετώπιζε ένα μικρό ή... και μεγάλο, ας το πούμε, προβληματάκι.
Δεν είχε έμπνευση να γράψει, ούτε σε μια κόλλα χαρτί,
περπατούσε από ‘δώ, περπατούσε από ‘κεί, λύση για να βρει.
Το μυαλό της είχε κουραστεί, ήταν όλα θολά,
δεν είχε καθόλου όρεξη να γράψει, παραμύθια για παιδιά.
Μα μια μέρα που πήγαινε σχολείο ν’ αφήσει τον Ηλία,
άκουσε γέλια, φωνές και φασαρία.
Όλα τα παιδιά στο προαύλιο είχαν μαζευτεί,
μιας και σε λίγο θα άρχιζε η πρωινή τους προσευχή.
Πλησίασε λίγο κι έμεινε με τα μάτια γουρλωτά!
«Αα! Βλέπω εσείς εδώ, περνάτε πάρα πολύ καλά!
Για δώστε μου κι εμένα καμιά συμβουλή,
παραμύθι δε βλέπω να τελειώνω σύντομα, η καψερή!
Ψάχνω ένα θέμα πιασάρικο, διασκεδαστικό,
να ‘ναι πρωτότυπο και μοναδικό».
Τα παιδιά αμέσως ανταποκρίθηκαν να τη βοηθήσουν με χαρά,
το ένα πίσω από το άλλο, άρχισαν να παίρνουνε σειρά.
Με τόσα γέλια που έκαναν και τόση φασαρία,
είναι σίγουρο πως είχαν μπόλικη φαντασία.
Πρώτη πλησίασε με χάρη η Βασιλική,
που έμοιαζε με πεταλουδίτσα σωστή.
«Αν ήμουν συγγραφέας και έγραφα ένα παραμυθάκι για παιδιά,
θα είχε μέσα πεταλούδες να πετούν όλο χαρά.
Εξάλλου, έτσι όπως πετούν ανέμελα από ‘δω κι από ‘κεί,
μοιάζουν με ‘μάς τα παιδιά, όταν παίζουμε στου σχολείου μας την αυλή».
«Μμ, πεταλούδες», είπε και σημείωσε η Εμμανουέλα στο μπλοκάκι της το μικρό,
«αυτό είναι σίγουρα ένα θέμα, σε όλους αγαπητό».
Ο Γιάννης πλησίασε κι είπε όλο χαρά: «Αν ήμουν συγγραφέας θα
έγραφα ένα παραμυθάκι για ‘μένα και τη μικρή μου αδερφή,
γιατί μας αρέσουν οι περιπέτειες πάρα πολύ.
Κάθε βράδυ που θα ξαπλώναμε στο κρεβατάκι μας το διπλό,
αυτό εκτός από ζεστό, θα ήταν και... μαγικό.
Έτσι, λίγο πριν μας βάλει για ύπνο η μαμά,
το κρεβάτι θα μας πήγαινε σε μέρη πέρα ως πέρα μαγικά.
Σ’ ερήμους, σε βουνά και σε τροπικά νησιά,
θα γνωρίζαμε πειρατές κι άλλα πλάσματα μυθικά».
Η Εμμανουέλα ενθουσιαστήκε με την ιδέα αυτή,
«ένα μαγικό κρεβάτι είναι μια τέλεια επιλογή,
ειδικά, αν θα με πήγαινε να κοιμηθώ κάπου από το βράδυ μέχρι το πρωί»,
είπε και χασμουρήθηκε δυνατά
και ο Ηλίας φώναξε «Ξύπνα καλέ μαμά!».
Η Αναστασία Χ. είπε πως όταν ξυπνάει από τον ύπνο της το γλυκό,
της αρέσει να παίρνει πάντα το αγαπημένο της πρωινό.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα σίγουρα γι’ αυτό,
για ένα χαρούμενο μπέικον και ένα αβγό τηγανητό.
Ένα νόστιμο ρόφημα θα έπινα στο αγαπημένο μου πολύχρωμο ποτηράκι,
και στο τέλος θα έτρωγα και ένα παγωτό ξυλάκι».
Τότε πλησίασε και η Δήμητρα χαρούμενη πολύ,
μιας και είχε στο μυαλό της μια ιδέα καταπληκτική. <<Αν γινόμουν συγγραφέας θα έγραφα για τα άστρα και τον ουρανό,
για τους πλανήτες που στο διάστημα, ο ένας δίπλα στον άλλο, ρίχνουνε χορό.
Πολύχρωμοι όπως είναι όλοι τους στη σειρά,
μοιάζουν να είναι σαν Πασχαλινά αβγά.
Στο παραμύθι μου οι πλανήτες θα ήταν φτιαγμένοι από σοκολάτα και άλλα ζαχαρωτά,
έτσι όλα τα παιδιά θα γινόταν αστροναύτες και θα τους επισκεπτόταν πάρα πολύ συχνά.>>.
Η Εμμανουέλα βρήκε αυτή την ιδέα φανταστική.
Αν υπήρχε στα αλήθεια ένας τέτοιος πλανήτης, θα είχε μετακομίσει εκεί ασυζητητί.
Η Μαρία Κ. είπε πως αν γινόταν συγγραφέας θα έγραφε για τον χειμώνα, την αγαπημένη της εποχή.
«Ένας χιονάνθρωπος θα βρισκόταν έξω στην αυλή,
θα φορούσε ροζ καπέλο και θα είχε μαλλιά πορτοκαλί.
Οι χιονονιφάδες θα έπεφταν απαλά πάνω στη μύτη του την καροτί
και τα μικρά πουλιά θα πετούσαν από ψηλά, μιας και την έβλεπαν τόσο λαχταριστή.
Μια τσιμπιά θα προσπαθούσαν να ξεκλέψουν στα κρυφά,
όμως ο Χιονάνθρωπος θα ξεγλυστρούσε πάντα με κόλπα μαγικά».
Η Θεολογία, από την άλλη, κάτι άλλο είχε στο μυαλό.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα για μια πριγκίπισσα που θα ‘μενε σε ένα κάστρο πάρα πολύ ψηλό.
Θα φορούσε φορέματα όμορφα και χρωματιστά,
και θα ‘ταν ξανθά, τα μακριά της τα μαλλιά.
Από το παράθυρό της θα κοιτούσε τον ήλιο, τη φύση, τα λουλούδια και τα πουλιά,
θα ‘ταν εκεί τόσο χαρούμενη πραγματικά».
Ο Αλέξανδρος Τζ. που αγαπούσε τα σκυλάκια πολύ,
είπε: «Αν γινόμουν συγγραφέας θα έγραφα ένα παραμύθι για το δικό μου το σκυλί.
Είναι τόσο τρελό αυτό το κουταβάκι και πολύ το αγαπώ.
Θα ήθελα να παίζουμε όλη μέρα στο γκαζόν με τη μπάλα και κυνηγητό».
Πλησίασε η Αναστασία Τσ. και τα μεγάλα μάτια της έλαμπαν από χαρά.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα ένα παραμυθάκι για λαγουδάκια μικρά.
Θα έπαιζαν ποδόσφαιρο και θα έτρεχαν πολύ,
όπως παίζουμε κι εμείς στου σχολείου μας την αυλή».
«Μμ! Ωραία ιδέα!», είπε η Εμμανουέλα και σημειώσεις άρχισε να κρατά!
«Ποδόσφαιρο, γιατί, όπως είναι γνωστό, τα αθλήματα είναι πολύ σημαντικά
και λαγουδάκια, γιατί είναι, στ’ αλήθεια, χαριτωμένα και γλυκά».
Η Εύα πλησίασε και είπε ότι και τα αρκουδάκια είναι χαριτωμένα πολύ,
πως αν έγραφε παραμύθι θα είχε ένα αρκουδάκι για πρωταγωνιστή.
«Θα έγραφα για τρία μικρά αρκουδάκια, που θα τρώγανε στο μικρό τους ξύλινο σπιτάκι,
φρούτα πολλά και ζουμερά, με μπόλικο μελάκι».
«Αχ! Μη μιλάς για φαγητό,
γιατί ήδη άρχισε η κοιλιά μου το γουργουρητό»,
είπε ο Θεόφιλος πιάνοντας την κοιλιά του,
και έβγαλε από τη τσάντα του, ένα ντόνατ που του ΄χε βάλει η μαμά του.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα για ντόνατς, νόστιμα και στρουμπουλά,
άλλα, με σοκολάτα, άλλα, με μαρμελάδα, γεμιστά.
Τα ντόνατς θα έπεφταν βροχή από τον ουρανό,
κι έτσι το σχολείο μας θα γινόταν... ακόμη πιο λαχταριστό»!
Τα παιδιά, όλα, συμφώνησαν με την ιδέα του αυτή.
Τι ωραίο θα ήταν να πέφτανε τα ντόνατς βροχή!
Ο Ιωάννης που του φάνηκε τόσο αστεία η ντονατοβροχή,
είπε πως θα είχε πλάκα αν το σχολείο του με ντόνατς θα είχε σκεπαστεί.
Του ήρθε έτσι αμέσως στο μυαλό, μια ιδέα φοβερή!
«Αν ήμουν συγγραφέας στο παραμύθι μου, ένας γίγαντας θα έκανε στο σχολείο μας επιδρομή,
πέντε πέντε, θα καταβρόχθιζε όλα τα ντόνατς στη στιγμή».
Ο Αλέξανδρος Χ. συμπλήρωσε πως αν γινόταν ποτέ αυτό,
σαν σούπερ ήρωας, θα έσωζε το σχολείο από τον γίγαντα τον κακό
και με μια κίνηση θα τον έστελνε στον οδοντογιατρό.
«Αν ήμουν συγγραφέας, το παραμύθι μου θα είχε περιπέτεια φοβερή,
τόσο που ο γίγαντας του Ιωάννη, από τον φόβο του, θα πρασίνιζε πολύ».
Η Στέλλα και ο Αλέξανδρος Κ. που μοιραζόταν και το ίδιο το θρανίο,
είπαν και συμφώνησαν μαζί, πως αν έβρεχε παγωτά, θα ήταν πιο αστείο.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα για ένα τεράστιο χωνάκι παγωτό,
που θα ‘χε πάνω μπάλες ένα σωρό.
Βανίλια, φράουλα, τσιχλόφουσκα, φυστίκι και άλλες γεύσεις μοναδικές,
με μπόλικο σιρόπι και τρούφες χρωματιστές.
Θα ήταν τόσο μέγαλο που μέχρι να το φάω θα έλιωνε σιγά σιγά....»,
είπε η Στέλλα χαϊδεύοντας με λιγούρα την κοιλιά.
Ο Αλέξανδρος K., από την άλλη, αν έβρεχε λιωμένο παγωτό,
σε μπολάκια θα το μάζευε δίχως σταματημό.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα για ένα τέλειο παγωτό,
που θα ‘χε μέσα ένα μαγικό συστατικό.
Δεν θα έλιωνε ποτέ ακόμη και αν το έτρωγα στην έρημο Σαχάρα
και θα τελείωνε από το χωνάκι μου, μόνο όταν θα ήθελα να παίζω μπάλα».
Ο Γιώργος ενθουσιάστηκε με την ιδέα του Αλέξανδρου, αφού του άρεσε πολύ το παγωτό.
Από μικρός σαν άκουγε τον παγωτατζή, έτρεχε με το πατίνι του στο λεπτό.
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα σίγουρα ένα παραμύθι για έναν παγωτατζή,
που θα μοίραζε δωρεάν παγωτά στα παιδιά, σε ολόκληρη τη γη.
Σαν τον άκουγαν από τη γειτονιά τους να περνά,
σαν σίφουνες,με το πατίνι τους, θα έτρεχαν και θα έπαιρναν σειρά».
Τότε πλησίασε η Μαρία με το χαμόγελό της το γλυκό,
«Αν ήμουν συγγραφέας το βιβλίο μου θα είχε χρώματα ένα σωρό,
θα έγραφα για ένα ουράνιο τόξο, ψηλά στον ουρανό.
Κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, γαλάζιο και βιολετί,
θα έκανε την εμφάνισή του πάντα μετά απ’ τη βροχή».
Η Ζωή που λάτρευε να ζωγραφίζει με πολύχρωμες μπογιές,
είπε: «Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα ένα παραμύθι για τις παγωμένες ξυλομπογιές.
Οι ξυλομπογιές αυτές θα είχαν ένα μαγικό χαρακτηριστικό,
όποιος ζωγράφιζε οτιδήποτε με αυτές, θα έβγαινε αληθινό.
Αν ζωγράφιζα ένα δάσος και νότες από μουσική,
όλα τα ζωάκια θα το έριχναν στο χορό και θα κάνανε γιορτή.
Κι αν ζωγράφιζα ένα αστέρι τόσο φωτεινό,
κάθε βράδυ θα μου τραγούδαγε νανούρισμα γλυκό».
Η Αγνή, που και σε αυτή άρεσε η παγωνιά πάρα πολύ,
είπε: «Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα ένα παραμύθι για έναν
παγωμένο χιονάνθρωπο, που θα ζούσε στου σπιτιού μου την αυλή.
Δεν θα ‘λιωνε ποτέ και θα ήταν το καλύτερο μου φιλαράκι
και θα τρώγαμε χειμώνα, καλοκαίρι ένα παγωτό χωνάκι».
Η Εμμανουέλα άκουγε όλα τα παιδιά με προσοχή,
με αμέτρητες ιδέες είχε το μυαλό της βομβαρδιστεί.
Παγωμένες ξυλομπογιές, ντόνατς, σούπερ ήρωες και παγωτά,
να ακούσει και τις υπόλοιπες ιδέες ήταν όλη αυτιά...
Ο Πάρης που του άρεσαν οι περιπέτειες και οι σκανταλιές,
είπε πως αν γινόταν συγγραφέας θα έγραφε για σούπερ ήρωες με πολύχρωμες στολές.
«Θα ήμουν ο ήρωας του παραμυθιού μου με δυνάμεις μαγικές.
Μπορείς να με φωνάζεις και Σούπερ Πάρη, αν θες!
Γρήγορος σαν τον Σπάϊντερμαν θα νικούσα τους κακούς,
Σαν τον Φλας, τα παπούτσια μου θα έβγαζαν καπνούς.
Κι όπως ο Χαλκ, όταν θυμώνει, γίνεται καταπράσινος με μιας,
έτσι θα γινόμουν κι εγώ σαν έτρωγα το σπανακόρυζο της μαμάς»!
Η Εμμανουέλα άκουγε τον Πάρη και σημείωνε στο χαρτί.
«Θα γράψω ένα παραμύθι με σούπερ ήρωες ασυζητητί»!
Και ‘κεί πάνω στον οίστρο και στη δημιουργία,
πλησίασε η Ηλιάνα και της είπε: «Θέλουμε να έχει και σούπερ ηρωίδες καλέ κυρία!
Αν ήμουν συγγραφέας, το παραμύθι μου θα ‘χε σίγουρα δράση φοβερή,
κι εγώ θα φορούσα την πιο υπέροχη κόκκινη στολή!
Σαν πασχαλίτσα, θα είχε πάνω μαύρες βούλες,
και στα μαλλιά μου θα ‘χα και δύο κοτσιδούλες».
Η Εμμανουέλα ενθουσιάστηκε με την ιδέα αυτή.
«Μια σούπερ ηρωίδα σε μυστική αποστολή!».
Έγραψε και σκέφτηκε τον εαυτό της στη θέση αυτή.
«Ευτυχώς μου πηγαίνει το κόκκινο χρώμα πάρα πολύ».
Τότε πλησίασε και ο Μάρεντς την ιδέα του κι αυτός να μοιραστεί,
«Αν ήμουν συγγραφέας θα έγραφα για ένα κόκκινο σπίτι με μεγάλη αυλή.
Στον κήπο θα είχε λουλούδια χρωματιστά
και κάθε μέρα θα γινόταν εκεί γιορτή με μπαλόνια πολλά.
Παιχνίδι ατελείωτο θα έπαιζα με τους φίλους μου καθημερινά,
κι όταν θα κουραζόμουν θα έτρεχα στης μαμάς την αγκαλιά>>.
«Κόκκινο είναι το χρώμα της αγάπης», διέκοψε ο Χρήστος τις σκέψεις της ξαφνικά.
«Εγώ αν ήμουν συγγραφέας θα ‘βαζα στο εξώφυλλο μια τεράστια καρδιά.
Το παραμύθι μου θα μιλούσε για αγάπη, μια λέξη τόσο δυνατή,
που το βιβλίο μου σίγουρα απ’ όλους, θα είχε αγαπηθεί»,
είπε ο Χρήστος και ζωγράφισε μια καρδούλα στης Εμμανουέλας το μπλοκάκι,
όχι κόκκινη, αλλά μπλε με λίγο κιτρινάκι».
«Αυτή η καρδούλα μου έδωσε ιδέα φοβερή!
Θα γράψω ένα παραμυθάκι για ολόκληρη τη γη.
Τα χρώματα της καρδιάς μοιάζουν με της Ουκρανίας τη σημαία,
γι’ αυτό και εγώ θα γράψω πως όλες οι χώρες πρέπει να κάνουνε παρέα»,
Ο Ηλίας που ήθελε να γυρίσει όλο τον κόσμο Ευρώπη, Ασία, Αφρική και Ανταρκτική,
είπε: «Αν γινόμουν συγγραφέας θα ‘γραφα ένα παραμύθι για όλοκληρη τη γη.
Θα είχε μέσα χάρτες, ποτάμια, σπίτια και βουνά,
Και θα ταξίδευες, όπου ήθελες, έτσι, μαγικά.
Η απόσταση θα ήταν για όλους μηδενική,
θα βρισκόσουν στο μέρος που ήθελες μέσα σε μια στιγμή.
Θα ξυπνούσες στην Ιταλία για πίτσα και παγωτό και μ’ ένα κλείσιμο των ματιών, θα βρισκόσουν στον τάφο του Φαραώ.
Θα κοιμόσουν σε ιγκλού παρέα με πιγκουίνους
και ξαφνικά θα βρισκόσουν να παίζεις κυνηγητό με τίγρεις και μπαμπουίνους».
«Με τόσες ωραίες ιδέες που μου δώσατε παιδιά,
θα γράφω ασταμάτητα μέχρι και την επόμενη χρονιά»,
είπε η Εμμανουέλα ενθουσιασμένη και άπλωσε τις σημειώσεις της στην αυλή,
μα έλα όμως που ξαφνικά... έπιασε μια δυνατή βροχή!
Οι σημειώσεις βράχηκαν τώρα για τα καλά,
χάλασαν και οι ζωγραφιές που έκαναν όλα τα παιδιά.
«Πω! Πω! Τι συμφορά!» Αναφώνησαν όλοι μαζί,
βλέπωντας τις ιδέες τους να ‘χουν καταστραφεί.
Μα, πριν προλάβει ν’ άρχίσει ο κακός χαμός,
το κουδούνι χτύπησε και σταμάτησε ο πανικός,
μιας και εμφανίστηκε ο δάσκαλος, ο κύριος Νίκος, σαν από μηχανής Θεός!
Τα παιδιά μπήκαν στην τάξη τους, κάθισαν στα θρανία,
και δεν άργησαν να αρχίσουν και τη διαμαρτυρία.
«Η βροχή μας χάλασε τα σχέδια να γίνουμε συγγραφείς, δίχως αμφιβολία».
«Πάει, τα σχέδια μας καταστράφηκαν, δεν έχουν, πλέον, καμία αξία».
«Τα παρατάω! Δεν θα γίνω συγγραφέας ποτέ ξανά!»
Έλεγαν και ξαναέλεγαν τα παράπονα τους, ένα ένα τα παιδιά.
Τότε, ο κύριος Νίκος, που δίδασκε πάντα με αγάπη στα παιδιά,
τους είπε, στ’ αλήθεια, λόγια πολύ σοφά.
Τους συμβούλευσε πως δεν πρέπει να τα παρατάνε, έτσι, εύκολα στη ζωή
και πως το πείσμα και η προσπάθεια είναι πολύ σημαντική!
Μπορεί να είναι δύσκολος ο δρόμος για την ευτυχία,
η βοήθεια και η συνεργασία, όμως, φέρνουν σίγουρη επιτυχία!
« Ό,τι κι αν θελήσετε να γίνετε σ’ αυτή τη ζωή,
τα σχέδια σας σίγουρα, δε θα τα σταματήσει ποτέ καμία βροχή.
Καθετί που μπαίνει στο μυαλουδάκι σας το μικρό,
θα το καταφέρνετε σίγουρα, αρκεί να έχετε πείσμα και τσαγανό.
Αν μεγαλώσετε και γίνετε συγγραφείς, της ζωής σας το καλύτερο βιβλίο,
θα το γράψει ο καθένας σας, σ’ αυτό το θρανίο.
Οι καλύτερες αναμνήσεις και εμπειρίες που θα ζήσετε στα χρόνια τα μαθητικά,
καμία βροχή δε θα μπορεί να τις διαγράψει απ’ το μυαλό, ούτε απ’ την καρδιά»,
είπε ο κύριος Νίκος και τα γέλια και τα χαμόγελα επανήλθαν ξανά,
και έβγαλαν όλοι τις ξυλομπογιές τους και πιάσανε δουλειά.
Όλα τα παιδιά μαζί με μπόλικη αγάπη και συνεργασία,
θα ζωγραφίζανε ξανά με ομαδικότητα και φαντασία.
Σαν άκουσε η Εμμανουέλα, απ’ το παράθυρο τα λόγια του αυτά,
σαν καμπάνες ήχησαν στα δυο της τα αυτιά.
Με νοσταλγία θυμήθηκε τα χρόνια της τα παιδικά,
και το χαμόγελο στο πρόσωπο της εμφανίστηκε ξανά!
Ευχαρίστησε το δάσκαλο και όλα τα παιδιά,
που με τις ιδέες και τα λόγια τους, είδε τα πράγματα πλέον πιο καθαρά.
Θα συνέχιζε να γράφει παραμύθια για όλα τα παιδιά,
για να βλέπει στα πρόσωπά τους, χαμόγελα πλατιά.
Βλέπετε, εμείς, οι μεγάλοι, δυστυχώς ξεχνάμε πράγματα πολλά,
πράγματα που μάθαμε στο σχολείο και είναι πολύ σημαντικά.
Πράγματα που μας θυμίζουν πως κάποτε ήμασταν και εμείς παιδιά,
πως καμιά φορά τα προβλήματα λύνονται, έτσι μαγικά...
Δεν υπάρχει καλύτερο βιβλίο απ’ την ίδια τη ζωή,
που συγγραφέας, επιμελητής,εικονογράφος, είσαι μονάχα εσύ.
Μόνος σου θα γράψεις, θα σβήσεις, θα διορθώσεις, θα κάνεις όποια θέλεις αλλαγή,
και αν χρειαστεί θ’ αρχίσεις πάλι από την αρχή!
Και όσες μπόρες και να ‘ρθουν, να θυμάσαι, πάντα ξαναβγαίνει ο ήλιος στον ουρανό,
γι’ αυτό κράτα αυτές τις συμβουλές, καλά σαν φυλαχτό.
Όταν μεγαλώσεις μπορεί να γίνεις συγγραφέας ή ό,τι άλλο αγαπάς,
το μόνο σίγουρο είναι πως το καλύτερο βιβλίο της ζωής σου θα βρίσκεται πάντα στη βιβλιοθήκη της καρδιάς.
Κράτα σημειώσεις και διάβαζε με αγάπη καθημερινά,
γιατί σύντομα τελειώνει κι αυτή η σχολική χρονιά...
************************************************************
Ένα μεγάλο Ευχαριστώ σε όλους τους μαθήτες που μου παραχώρησαν τις μοναδικές και υπέροχες ζωγραφιές τους για τις ανάγκες αυτού του παραμυθιού.
<3 <3 <3
Αν σου άρεσε το παραμύθι, μην ξεχάσεις να το μοιραστείς με τους φίλους σου.
Επιμέλεια -Διόρθωση κειμένου: Μαργαρίτα Παπασυννεφάκη. Μπορείτε να ακολουθήσετε τη σελίδα της εδώ : Μαργαρίτα Παπασυννεφάκη - Φιλόλογος M.ed. Επιστήμες της Αγωγής
Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2023


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου