Χάνσελ και Γκρέτελ σε διασκευή Εμμανουέλας Θεοχαροπούλου

 

Αγαπημένα Παραμύθια ... λίγο διαφορετικά,

όπως μείναν χαραγμένα στο μυαλό μου,αλλά και στην καρδιά.

 

 Χάνσελ και Γκρέτελ

 

 


Μια φορά και έναν καιρό, έξω από ένα μεγάλο δάσος ζούσε ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά, τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. Ο πατέρας τους πήγαινε καθημερινά στο δάσος για να κόψει ξύλα, για να μπορέσουν να ζεσταθούν, έτσι τα δύο αδερφάκια δεν έχαναν την ευκαιρία να πάνε μαζί του για να παίξουν και να απολαύσουν τη φύση.


Μια μέρα, καθώς ο μπαμπάς τους έκοβε ξύλα, αποφάσισαν να παίξουν κυνηγητό. Έτσι δίχως να το καταλάβουν απομακρυνθήκαν πολύ και χάθηκαν. Είχαν φτάσει πολύ βαθιά μέσα στο δάσος, σε ένα πολύ δύσβατο μέρος και δεν μπορούσαν να βρουν το δρόμο για το γυρισμό.
<<Πω πω,  τι θα κάνουμε τώρα>>, είπε η Γκρέτελ στον Χάνσελ.

 <<Μην ανησυχείς αδερφούλα, είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε το δρόμο για το γυρισμό. Νομίζω ότι ήρθαμε από εδώ.>> της είπε και έδειξε μια μεγάλη βελανιδιά. Κρατώντας το χέρι της σφιχτά άρχισε να την καθοδηγεί προς τα εκεί.


Περπατούσαν ώρες αλλά μάταια, ούτε ένα γνώριμο σημάδι. <<Είναι αδύνατον>>, είπε ο Χάνσελ << νομίζω ότι χαθήκαμε>>. Μα πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή του εμφανίστηκε μπροστά τους ένα σπιτάκι. Μα δεν ήταν ένα απλό σπιτάκι, ήταν ένα σπίτι φτιαγμένο από μπισκότα και κέικ, με μπόλικη σοκολάτα και σαντιγύ. Στη σκεπή του είχε κερασάκια κατακόκκινα και τρούφα χρωματιστή. Στον κήπο, αντί για λουλούδια, είχε γλυφιτζούρια και καραμέλες και από την καμινάδα του, που ήταν ένα πουράκι σοκολάτας, αντί για καπνούς, έβγαινε μία βουτυρένια μυρωδιά από φρεσκοψημένα μπισκότα.

Τα δύο αδέρφια πεινούσαν τόσο πολύ, έτσι δεν έχασαν ευκαιρία και άρχισαν να τρώνε ότι έβρισκαν μπροστά τους. Τα λουλούδια ζαχαρωτά, τα παράθυρα που ήτανε φτιαγμένα από γκοφρέτα, τα κερασάκια κεραμίδια, ακόμη και το μπισκοτενιο τοίχο. Έτρωγαν και γελούσαν ώσπου ξαφνικά άνοιξε την πόρτα και βγήκε μέσα από το σπίτι μία γιαγιά και τους είπε <<Καλά μου παιδιά καλώς ήρθατε στο σπιτικό μου>>  πρόσφεροντάς τους τηγανίτες με ζάχαρη και κανέλα και κέικ με μήλα και φουντούκια.

Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ένιωθαν τύψεις που χάλασαν το σπίτι της γιαγιάς γιατί είχαν μάθει από τους γονείς τους να μην καταστρέφουν ποτέ ξένη περιουσία και ζήτησαν συγνώμη από τη γιαγιά. << Θα σε βοηθήσουμε να ψήσεις νέες λιχουδιές και να ξαναφτιάξεις το σπίτι σου>>, είπε η Γκρέτελ.

Η γιαγιά όμως επέμενε να συνεχίσουν το φαγοπότι, μπήκε μέσα στο σπίτι και βγήκε κρατώντας δύο κούπες με ζεστή σοκολάτα και μπόλικη σαντιγί.

Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ  άρχισαν να πίνουν τη ζέστη σοκολάτα μέχρι που ξαφνικά άρχισε να τους πονάει λίγο η κοιλιά και τότε θυμήθηκαν τα λόγια της μαμάς τους,να μην τρώνε πολλά γλυκά γιατί θα πονέσει η κοιλιά τους. Μπήκαν στο σπιτάκι της για να ξαπλώσουν λιγάκι μέχρι να τους περάσει η κοιλιά και τότε ήταν που συνηδητοποίησαν πως η καλή γιαγιά που τους πρόσφερε απλόχερα όλα αυτά τα γλυκά ήταν η κακιά μάγισσα Τεριδονέλα, η οποία προσφέρε απεριόριστα γλυκά σε όλα τα παιδάκια με σκοπό να χαλάσουν όλα τους τα δοντάκια.

Ο Οδοντίατρος τους είχε μιλήσει γιαυτή, αλλά νόμιζαν ότι ήταν μια αστεία επινόηση των μεγάλων για να αποτρέψουν τα παιδιά από το να τρώνε πολλά γλυκά.

Ο Χάνσελ τότε είχε μια ιδέα φοβερή.  Σκέφτηκε πως ο μόνος τρόπος να ξεφύγουν από εκεί, ήταν να της πούνε την αλήθεια κατάμουτρα.

<< Το ξέρεις πως αν τρως συνέχεια ζάχαρη, τα δόντια σου θα χαλάσουν, θα τρυπήσουν, θα άλλαξουν χρώμα και θα γεμίσουν πέτρα.  Η αναπνοή σου θα μυρίζει σαν βρώμικη κάλτσα και ίσως να χρειαστεί να βάλεις και μασέλα!>>, είπε στην γιαγιά με δυνατή φωνή. <<Μπορεί να σου το επιβεβαιώσει και ο οδοντίατρος μας>>, συνέχισε.

Η μάγισα Τεριδονέλα μόλις το άκουσε αυτό πανικοβλήθηκε. Δεν ήθελε με τίποτα να χάσει τα δόντια της και να φορέσει μασέλα. Δέχτηκε αμέσως και οδήγησε τα παιδιά μέχρι το χωριό. Έτσι μπόρεσαν και πήγαν στο σπίτι τους ασφαλή και αμέσως έτρεξαν στο μπάνιο να βουρτσίσουν καλά τα δόντια τους.

Η μάγισσα Τεριδονέλα από την άλλη πέρασε όλη τη μέρα και τη νύχτα στο Οδοντοιατρείο του κύριου Ασπροδόντη , σφραγίζοντας το ένα δόντι μετά το άλλο....

Φήμες λένε πως απέκτησε το πιο λευκό χαμόγελο και μετακόμισε σε ένα εξωτικό νησί, αφήνωντας πίσω για πάντα το γλυκό της σπιτάκι, το οποίο φρόντιζαν να επισκέπτονται και να το τρώνε λίγο λίγο τα ζώα του δάσους.

 Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ αποφάσισαν από δω και πέρα να ψήνουν τις δικές τους νοστιμιές στη κουζίνα της μαμάς, εξάλλου αυτοί οι δύο, ήταν πάντα σωστοί και τακτικοί με το πλύσιμο των δοντιών τους και επισκέπτονταν συχνά τον κ. Ασπροδόντη.

 

 

******************************************************************************************************* 



Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα παραμύθια σε δική μου διασκευή , όπως Κλασσικά παραμύθια, μύθοι του Αισώπου, Μυθολογία κτλ κάνοντας κλικ στο μενού->> Τα παραμύθια μας -->>Διασκευές από αγαπημένα παραμύθια.

 

Print Friendly and PDF

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου