Η Μαρκέλλα Νεκτάρια θα γίνει 3 ετών κ της αρέσει το μπαλέτο και έχει και ένα μεγάλο αδερφό που καμιά φορά τσακωνονται αλλά τον αγαπάει πολύ. Στον παιδικό έχει φίλες κ φίλους και πηγαίνει και μαζί με τον αδερφό της να τον βλέπει που παίζει ποδόσφαιρο. όταν είναι να κοιμηθεί η μαμά της διαβάζει πολλά βιβλία.
Πρόσφατα έκοψε την πανα και ξεχνάει να πάει στο γιογιό της. Επίσης της αρέσουν τα παραμύθια με πριγκίπισσες όπως η Έλσα.
Μπορείτε να το ακόυσετε εδώ.
*****************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε μια πόλη πολύ μακριά από εδώ,
ζούσε ένα κοριτσάκι μικρό,
που ήταν πάντα γελαστό.
Είχε δύο ονόματα γλυκά,
<<Μαρκέλλα – Νεκταρία>>, σαν τη φώναζε η μαμά,
με μια πιρουέτα, σαν μπαλαρίνα, έπεφτε στη ζεστή της αγκαλιά.
Η Μαρκέλλα Νεκταρία απολάμβανε καθημερινά,
βόλτες και παιχνίδι στη πλατεία με τα υπόλοιπα παιδιά.
Η Αφροδίτη, η Άνθια, ο Παναγιώτης, ο Χρήστος ήταν όλοι εκεί,
έπαιζαν και έκαναν παρέα φοβερή.
Μαζί της είχε πάντα τον Γιώργο, τον μεγάλο της αδερφό,
που παρόλο τους τσακωμούς τους, τον αγαπούσε από τη γη μέχρι τον ουρανό.
Μια μέρα η μαμά τους είχε μια ιδέα φαεινή,
στο γήπεδο ποδοσφαίρου να πάνε να δουν τον Γιώργο, που έπαιζε με αέρα πρωταθλητή.
Γκολ έβαζε συνέχεια, το ένα μετά το άλλο,
και η Μαρκέλλα Νεκταρία καμάρωνε για τον αδερφό της τον μεγάλο.
Μα ξαφνικά, ακούστηκε η σφυρίχτρα του διαιτητή,
ο αγώνας διακόπηκε προσωρινά γιατί έπιασε βροχή.
Και έτσι καθώς έπεφταν οι σταγόνες της βροχής και ακουγόταν τα μπουμπουνητά,
η Μαρκέλλα Νεκταρία αποκοιμήθηκε γλυκά πάνω στη μαμά.
Μπαμ Μπουμ, ένας κεραυνός έπεσε και έκανε ένα θόρυβο δυνατό,
η Μαρκέλλα Νεκταρία ξύπνησε, μα βρισκόταν τώρα μέσα σε ένα κάστρο πάρα πολύ ψηλό.
Πόρτες δεν είχε ούτε μια, δεν υπήρχε διαφυγή,
μόνο ένα παράθυρο με θέα φοβερή.
<<Μα πως βρέθηκα εδώ>>, είπε και ανασήκωσε τα μακριά της τα μαλλιά,
που έμοιαζαν ατελείωτα, σαν σύννεφα πυκνά.
Και τότε ήταν που άκουσε μια μελωδική φωνή,
<<Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ! Ρίξε τα μαλλιά σου να ανέβω στη στιγμή>>.
Ήταν ένας ιππότης με ατσάλινη στολή,
που ήταν φορτωμένος με φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή.
Η Μαρκέλλα-Νεκταρία έριξε από το παράθυρο τα μακριά της τα μαλλιά,
μια λιγούρα της είχε έρθει στα ξαφνικά.
Ο ιππότης ανέβηκε και υποκλίθηκε θερμά,
<Στη διάθεσή σας>>, είπε καθώς η Μαρκέλλα Νεκταρία άρχισε να τρώει κάτι σταφύλια ζουμερά.
Μα ξάφνου κοντό στάθηκε, το σκέφτηκε πιο καλά.
<<Σε αυτό τον πύργο δεν μπορώ να μείνω, ούτε για αλλά πέντε λεπτά>>.
Με το σπαθί του ιππότη έκοψε τα μαλλιά,
Και μένα σάλτο βρέθηκε έξω από τον πύργο, τον ιππότη να χαιρετά.
Στο άλογο του ανέβηκε και ξεκίνησαν ταξίδι μακρινό
<<Καλό μου αλογάκι, πάρε με γρήγορα από εδώ>>.
Είπε και το άλογο έτρεξε σαν αστραπή,
ακολουθώντας μια μαγευτική διαδρομή.
Πέρασαν βουνά, δάση, πεδιάδες και ένα πελώριο ποταμό,
μα σύντομα έπεσαν σε εμπόδιο, έναν απόκρημνο γκρεμό.
<<Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι μας, καλό μου αλογάκι>>, είπε και προχώρησε μπροστά.
Κατέβηκε τον γκρεμό μόνη της σιγά σιγά.
Εξάλλου ήταν πολύ καλή και σε αυτό,
μιας και σκαρφάλωνε συνέχεια στις κούνιες με τους φίλους της από τον παιδικό σταθμό.
Όταν έφτασε κάτω συνάντησε ένα μονοπάτι στριφογυριστό,
κι ακολούθησε μια πινακίδα που έγραφε «στρίψτε από εδώ»».
Βρέθηκε μπροστά από ένα σπίτι αδειανό,
μπήκε μέσα και φώναξε «είναι κανείς εδώ;».
Απάντηση όμως δεν πήρε καμία,
κι έτσι κάθισε στο στρωμένο τραπέζι να φάει σαν μικρή κυρία.
Το τραπέζι είχε πάνω τρία σερβίτσια με σούπα καυτή,
δοκίμασε και με τα τρία κουτάλια, μέχρι να βολευτεί.
Το ένα ήταν τεράστιο, στο στόμα της δεν χωρούσε,
το μεσαίο με τα δύο της χέρια το κρατούσε.
Το τρίτο το μικρότερο ήταν το πιο βολικό,
και μιας και ήταν πεινασμένη, έφαγε μέσα σε ένα λεπτό.
<<Αχχχχχχ, νύσταξα>>, είπε και άρχισε το χασμουρητό,
<<Ας πάω στην κρεβατοκάμαρα για λίγο να κοιμηθώ>>.
Η κρεβατοκάμαρα είχε τρία κρεβάτια στη σειρά.
Ένα τεράστιο υπέρδιπλο, στο οποίο άρχισε τα χοροπηδητά.
Ένα μεσαίο που το σεντόνι της φαινόταν κρύο πολύ,
κι ένα μικρό κρεβατάκι που στα μέτρα της ήταν κουτί.
Η Μαρκέλλα Νεκταρία κοιμήθηκε στο μικρό αμέσως, δίχως να αντιληφθεί,
πως οι ιδιοκτήτες του σπιτιού μόλις είχαν φανεί.
Ήταν τρεις αρκούδες που είχαν βγει μια βολτίτσα,
μέχρι να κρυώσει λίγο η σουπίτσα.
Αμέσως αντιλήφθηκαν πως κάποιος στο σπίτι είχε μπει,
την σούπα τους έφαγε και έφερε την καταστροφή.
<<Εδώ στο κρεβάτι μου κοιμάται ένα κοριτσάκι>>, είπε το αρκουδάκι το μικρό,
και η Μαρκέλλα Νεκταρία ξύπνησε από το ποδοβολητό.
Μόλις είδε τις πεινασμένες αρκούδες να την κοιτάζουν με απορία,
συγνώμη ζήτησε που έφαγε την σούπα τους με τόση λαιμαργία.
Στην κουζίνα έτρεξε να επανορθώσει με την αγαπημένη της συνταγή,
μιας και με τις αρκούδες είχε πλέον συμφιλιωθεί.
Αφού έφαγαν και γέλασαν πολύ,
τις αποχαιρέτισε και συνέχισε του δάσους τη διαδρομή.
Δεν άργησε να φτάσει σε άλλο ένα σπιτάκι που ήταν εκεί κοντά,
μα αντί για τρία κρεβάτια συνάντησε εφτά.
Ευθύς αναρωτήθηκε ποιος να έμενε εκεί,
η νύχτα ήταν κοντά και ήθελε κάπου ξανά να κοιμηθεί.
Τα κρεβάτια ένωσε το ένα δίπλα από το άλλο,
ξάπλωσε και άρχισε ροχαλητό μεγάλο.
Φωνούλες άκουγε και ψίθυρους κοντά,
τα μάτια άνοιξε και αντίκρισε νάνους όχι δύο αλλά εφτά.
Οι εφτά νάνοι την υποδέχτηκαν με χαρά,
τις πρόσφεραν φρούτα του δάσους και λαχανικά.
Η Μαρκέλλα Νεκταρία απολάμβανε τη φιλοξενία,
είχαν γίνει καλοί φίλοι, δίχως αμφιβολία.
Το επόμενο πρωινό όμως, οι νάνοι έφυγαν για δουλειά,
και η Μαρκέλλα Νεκτάρια καθόταν στο παράθυρο και τραγουδούσε με τα πουλιά.
Μα ξαφνικά μια γιαγιά πλησίασε και την χαιρέτισε με χαρά.
<<Κορίτσι μου πάρε, έχω φρούτα ζουμερά.
Τι θα έλεγες για ένα κόκκινο μήλο, να διώξεις τον γιατρό μακριά>>.
Η Μαρκέλλα Νεκτάρια σκέφτηκε πως θα έψηνε για τους νάνους μια μηλόπιτα ζουμερή.
Με κρούστα βουτυρένια, όπως της είχε μάθει η μαμά της η καλή.
Αγόρασε όλα τα κόκκινα μήλα από τη γιαγιά,
και την άφησε απορημένη πίσω της να κοιτά.
Στην κουζίνα έτρεξε μπρος ολοταχώς,
ένα σκιουράκι ήταν ο μικρός της βοηθός.
Καθάρισαν τα μήλα και ετοίμασαν το γλυκό,
στον φούρνο το έβαλαν το επόμενο λεπτό.
Να τη η μηλόπιτα έτοιμη και μοσχομυριστή,
ένα κομμάτι έκοψε να φάει η καψερή,
μα ευθείς τα μάτια κλείσανε, είχε πια από κοιμηθεί.
Μόλις έφτασαν οι εφτά νάνοι στο σπιτάκι τους το μικρό,
βρήκαν την Μαρκέλλα Νεκταρία, σαν την Χιονάτη, να ρίχνει δυνατό ροχαλητό.
Προσπάθησαν να την ξυπνήσουν με ξυπνητήρια, καραμούζες, τύμπανο μουσικό,
έφεραν ακόμη και έναν πρίγκιπα να της δώσει ένα φιλάκι γλυκό.
Η Μαρκέλλα Νεκτάρια δεν ξυπνούσε, έβλεπε όνειρα γλυκά,
ότι ήταν γοργόνα μέσα στη θάλασσα με πολύχρωμη ουρά.
Κολυμπούσε μαζί με τα ψαράκια και είχε φίλους στο βυθό,
στον λαιμό της φορούσε ένα όστρακο σαν φυλαχτό.
Μαζί με άλλες γοργόνες βγήκαν στη στεριά,
ένα καράβι ακολούθησαν στα ανοιχτά.
Η Μαρκέλλα Νεκτάρια ήθελε τόσο πολύ στο καράβι να ανεβεί,
κι ευχήθηκε, να αποκτήσει ξανά πίσω τα πόδια της, με όλη της τη ψυχή.
Έτσι βρέθηκε στο καράβι με έναν τρόπο μαγικό,
μόνο που ήταν σαν να είχε πιει το αμίλητο νερό.
Λέξη δεν έβγαινε από το στόμα της καμία,
μέχρι που είδε με τα κιάλια της έναν καρχαρία.
<<Καρχαρίας!! >>, φώναξε δυνατά,
<<Βίρα τις άγκυρες και αέρα στα πανιά>>.
Το καράβι οδήγησε σε μέρη μακρινά,
έφτασε σε ένα μέρος που είχε παγωνιά.
Εκεί υπήρχαν μόνο χιόνια και πάγοι, δεν υπήρχε ψυχή,
είχε φτάσει πια στην Ανταρκτική.
Περπάτησε μέσα στα χιόνια δίχως να παγώσει ούτε λεπτό,
συνάντησε και έναν χιονάνθρωπο που είχε για μύτη ένα καρότο ζουμερό.
Όμως ο χιονάνθρωπος ζωντάνεψε και της είπε όλο αγωνία,
<<Βασίλισσα Έλσα σας περιμένουμε στο κάστρο εδώ και μία δεκαετία>>.
Ο χιονάνθρωπος μάλλον είχε μπερδευτεί,
την πέρασε για την Έλσα, μιας και είχε τα μαλλιά της κότσο και αυτή.
Μα η Μαρκέλλα Νεκτάρια τον ακολούθησε, αντίρρηση δεν έφερε καμία,
μιας και να γίνει η Βασίλισσα του χιονιού είχε από πάντα επιθυμία.
Στο παγωμένο κάστρο σαν έφτασαν, στο θρόνο ανέβηκε με χάρη,
κάθισε πάνω σε ένα πουπουλένιο μαξιλάρι.
Όμως μόλις βολεύτηκε, πλάκωσε το προσωπικό,
παράπονα και αιτήματα ζητούσαν χίλια δύό.
<<Θέρμανση δεν έχουμε, κρυώνουμε πολύ>>.
<<Χιονίζει όλη μέρα απ'τό βράδυ ως το πρωί>>.
Άλλοι φώναζαν για τα φαγητά,
<<Βαρεθήκαμε να τρώμε μόνο παγωτά>>.
<<Μόνο παγάκια έχουμε, θέλουμε και ζεστά>>.
Η Μαρκέλλα Νεκτάρια άκουγε προσεκτικά,
σαν σωστή Βασίλισσα τα σημείωνε στα χαρτιά.
<<Ουφ να είσαι Βασίλισσα είναι λίγο βαρετό,
πόσο θα ήθελα τώρα ένα παγωτό>>,
σκέφτηκε και άρχισε να γουργουρίζει η κοιλιά,
και τότε ένα σφύριγμα ακούστηκε δυνατά.
Η Μαρκέλλα Νεκτάρια σηκώθηκε και έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Δεν ήταν ούτε στο δάσος, ούτε στο κάστρο το ψηλό.
Δεν είχε ούτε μακριά ουρά, ούτε ήταν μέσα στο νερό.
Δεν είχε δίπλα της ούτε τους νάνους, ούτε τον χιονάνθρωπο τον μικρό.
Αντίθετα, ήταν δίπλα της η καλή της η μαμά.
Μπροστά της ο αδερφός της, που την μπάλα κλώτσησε μακριά.
<<Αχ ήταν όλα ένα όνειρο >>, είπε με νοσταλγία,
και ο αγώνας έληξε με σκορ 0-3.
Η ομάδα του αδερφού της κέρδισε αυτή τη φορά,
και η Μαρκέλλα Νεκτάρια για να τον συγχαρεί έπεσε στη μεγάλη του αγκαλιά.
Η μαμά ακολούθησε με τη σειρά της και αυτή,
και τους έδωσε μια ιδέα φοβερή.
<<Τι λέτε να το γιορτάσουμε με ένα παγωτάκι;>>,
είπε και έδωσε στα δύο αδέρφια από ένα γλυκό φιλάκι.
<<Ναιιιιί>>, φώναξαν και οι δύο ασυζητητί,
<<Όμως πρώτα, πάμε για πιπί>>.
Είπε η Μερκέλλα Νεκτάρια που από το όνειρο της είχε στα αλήθεια κουραστεί.
μιας και πίστευε πως ήταν αληθινό για μια στιγμή.
Τα δύο αδέρφια απόλαυσαν το παγωτό,
μα ήρθε τώρα η ώρα για τον γυρισμό.
Στο σπίτι έφτασαν και ήταν και οι δύο νυσταγμένοι πολύ,
στα κρεβάτια τους ξάπλωσαν και η Μαρκέλλα Νεκτάρια είπε στον αδερφό της για το όνειρο που είχε δει.
Αποκοιμήθηκαν και οι δύο πριν προλάβει να έρθει στο δωμάτιο για παραμύθι η μαμά,
τα μάτια τους έκλεισαν, είχαν βλέφαρα βαριά.
Κι εκεί που κοιμόταν και οι δύο και ροχάλιζαν δυνατά,
βρέθηκαν στο δάσος, έτσι μαγικά.
Στεκόταν σε ένα σπιτάκι, από τα συνηθισμένα ήταν λίγο διαφορετικό.
Ήταν φτιαγμένο από σοκολάτα, μπισκότα και κάθε είδους ζαχαρωτό.
Μια μάγισσα βγήκε από το σπιτάκι
<<Χάνσεν, Γκρέτελ ελάτε για ένα μεζεδάκι>>.
Τα δύο αδέρφια κοιτάχτηκαν και φώναξαν δυνατά
<<Μπα, άστο καλύτερα, κάποια άλλη φορά>>.
Η μαμά τους είχε δώσει την καλύτερη συμβουλή,
<<Δεν ακολουθούμε αγνώστους ακόμη κι αν μας προσφέρουν τούρτα λαχταριστή.
Συνέχισαν να περπατούν χέρι χέρι στο μονοπάτι το στριφογυριστό,
πιο κάτω θα συναντούσαν έναν λύκο τρομερό.
Κι έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,
και η μαγική περιπέτεια τους θα συνεχιστεί μέχρι και το πρωινό.
Τα γενέθλια της Μαρκέλλας Νεκταρίας έφτασαν και η τούρτα που της ετοίμασε η μαμά,
ξεπερνάει από γεύση, όλα τα όνειρα της με σιγουριά.
********************************
Για να αποκτήσετε τα παραμύθια μας σε εικονογραφημένο εκτυπώσιμο αρχείο επισκεφθείτε και γίνετε μέλος στην ομάδα μας στο Facebook "Ελληνικά παιδικά παραμύθια" . Εκεί στο μενού "Αρχεία" θα βρείτε όσα παραμύθια υπάρχουν σε pdf, έτσι θα μπορείτε να τα διαβάσετε σαν ebook ή να τα εκτυπώσετε.
Αν θέλετε κι εσείς το δικό σας παραμυθάκι με το όνομα του παιδιού σας και οποίο θέμα θέλετε, μπορείτε να κάνετε μια προπαραγγελία στέλνοντας μήνυμα στην σελίδα μας στο Facebook ή στο Instagram.
Εδώ μπορείτε να δείτε και την λίστα αναμονής για τα προσωποποιημένα παραμύθια μας.
Για να διαβάσετε περισσότερα προσωποποιημένα παραμύθια πατήστε στην αντίστοιχη καρτέλα που βρίσκεται στο μενού μας.
Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ.
Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2022



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου