Μια μαγική βόλτα

 Ένα παραμυθάκι για τον Παναγιώτη που μένει στην Αθήνα που περιλαμβάνει μέσα όλα τα αγαπημένα του άτομα :

Την μαμά του τη λένε Κατερινα και τον μπαμπά του  Σωτήρη. 

Την Νονα Αφροδίτη

Παπουδες Παναγιώτης Γιάννης, Αντρη Ειρήνη

Ο παππους Γιάννης είναι στον ουρανό

Αγαπημενο του σκυλάκι ο νουνο είναι της θείας του

Του αρέσει να παιζει με τρένα και λεωφορεία και οι σοκολάτες

Παρατσουκλι που του έβγαλε ο μπαμπάς του -κουτσουι... 

Θείοι:Γιώργος Φωτεινή Κικη

Του αρέσει να βλέπει Άλβιν κοκομελον και να παίζει μπάλα

 

 


 

********************'***************


Μια φορά κι έναν καιρό,

σε μια πόλη πολύ μακριά από εδώ,

ζούσε ένα αγοράκι μικρό,

Παναγιώτης ήταν το όνομα του το γλυκό.


Ο Παναγιώτης από τότε που ήταν μωρό στης μαμάς την αγκαλιά, 

έβγαινε βόλτες μαζί της καθημερινά.

Από το σπίτι του μέχρι το πάρκο και την παιδική χαρά,

γυρνούσαν οι δύο τους όλη την γειτονιά.

Μα αυτό που απολάμβανε πάρα πολύ ήταν η βόλτα με το λεωφορείο. 

Ειδικά όταν πήγαιναν επίσκεψη στον αγαπημένο του θείο.

Ο θόρυβος από τις ρόδες και τις πόρτες που ανοιγόκλειναν συχνά,

τον νανούριζαν πάντα πολύ γλυκά.


Μια μέρα βροχερή, 

βόλτα δεν μπόρεσαν να πάνε κι ας το ‘θελε πολύ. 

Στην τηλεόραση έβλεπε τα αγαπημένα του παιδικά 

και τραγουδούσε μαζί τους δυνατά. 

«οι ρόδες του λεωφορείου όλο γυρνούν, γύρω γύρω, όλο γυρνούν… >>

Λίγο έλειψε ο Παναγιώτης με την μαμά του να αποκοιμηθούν.


Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος δυνατός, 

στην αυλή τους έσκασε ένας κεραυνός. 

Ο Παναγιώτης έτρεξε αμέσως έξω για να δει 

και εκεί τον περίμενε μια έκπληξη τρομερή. 


Στην αυλή υπήρχε ένα λεωφορείο μαγικό, 

που θα τον πήγαινε σε όποιον ήθελε προορισμό. 

Ξύπνησε την μαμά του και ανέβηκαν μαζί, 

<<Βάλε την ζώνη σου, >>του είπε και απόλαυσε τη διαδρομή. 


Η μαμά του η Κατερίνα ήταν σούπερ οδηγός, 

το λεωφορείο ξεκίνησε μπρος ολοταχώς. 

Θα τον γυρνούσε σε όλη την Αθήνα, σε μέρη ονειρικά, 

από τον Παρθενώνα μέχρι και τον Άγιο Κοσμά. 


Ο Παναγιώτης θαύμαζε την πόλη από το παράθυρο με χαρά, 

Κι άρχισε να τραγουδάει με κέφι δυνατά. 

Τότε ακούστηκε η μαμά του από το μεγάφωνο του λεωφορείου να λέει με τη γλυκιά της τη φωνή 

<<Πρώτη στάση στη θεία σου την Κική >>. 


Ο Παναγιώτης έτρεξε στο σπίτι της και της έδωσε ένα γλυκό φιλάκι 

και η θεία του η Κική του πρόσφερε ένα ζουμερό πορτοκαλάκι. 

<<Μην ξεχνάς να τρως τα φρούτα σου και τα λαχανικά, 

που έχουν βιταμίνες και άλλα συστατικά>>.

Ο Παναγιώτης την ευχαρίστησε και τη χαιρέτησε από μακριά, 

όσο η μαμά πατούσε την κόρνα δυνατά. 


Το λεωφορείο συνέχισε τη βόλτα στης Αθήνας τα δρομάκια, 

μόλις έφτασαν στο σπίτι των παππούδων, ο Παναγιώτης χτύπησε παλαμάκια. 

Η γιαγιά Άντρη και ο παππούς Παναγιώτης τον υποδέχτηκαν με μια σφιχτή αγκαλιά, 

του πρόσφεραν λίγο γάλα με δημητριακά. 

<<Το πρωινό είναι το πιο σημαντικό γεύμα, ποτέ μην το ξεχνάς>>, 

του είπε ο παππούς, όσο ο Παναγιώτης έτρωγε, στην αγκαλιά της γιαγιάς. 


Στο τέλος τους ευχαρίστησε για τη συμβουλή και το πρωινό, 

στο λεωφορείο ανέβηκε και ξεκίνησαν για άλλο προορισμό. 

Η μαμά του οδηγούσε το λεωφορείο προσεκτικά, 

ανάμεσα από κόσμο και αυτοκίνητα πολλά. 


<<Είσαι έτοιμος να κάνουμε στάση στην αγαπημένη σου νονά; >>

είπε η μαμά και ο Παναγιώτης πέταξε από χαρά. 

Είχε να δει πολύ καιρό τη νονά Αφροδίτη και του ειχε λείψει πολύ, 

ήταν εξάλλου το πνευματικό της παιδί. 


Η νονά Αφροδίτη μόλις τον είδε χάρηκε τόσο πολύ. 

Τον αγκάλιασε σφιχτά και του δώσε μια συμβουλή. 

<<Για ότι και να χρειαστείς θα είμαι πάντα στο πλευρό σου και θα σε καθοδηγώ, 

μιας και η σχέση μας έχει ιερό δεσμό. 

Κι αν ποτέ έχεις κάποιο πρόβλημα και εγώ δεν θα είμαι δίπλα σου εκεί, 

να θυμάσαι πως καμιά φορά λύση στο πρόβλημα σου φέρνει μια μόνο προσευχή  >>.


Του είπε και του έδωσε ένα μικρό φυλαχτό, 

που ήταν ένα κομποσκοίνι με ένα σταυρουδάκι μικρό. 

Ο Παναγιώτης το φόρεσε στο χέρι του και της έδωσε ένα γλυκό φιλί, 

ανέβηκε στο λεωφορείο, που ξεκίνησε την επόμενη στιγμή. 


Οι ρόδες γυρνούσαν γύρω γύρω και ακουγόταν δυνατά, 

μα ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος, απ'τού Παναγιώτη την κοιλιά. 

Είχε φτάσει μεσημέρι, ώρα για φαγητό,

θα ήθελε να φάει κάτι ζεστό ζεστό. 


Έτσι η μαμά οδήγησε το λεωφορείο σε μια γνώριμη γειτονιά, 

ήταν το σπίτι από την άλλη αγαπημένη του γιαγιά. 

Η γιαγιά Ειρήνη, τους υποδέχτηκε με ένα χαμόγελο πλατύ 

<<Ελάτε, ήρθατε στην κατάλληλη ώρα, καθίστε να φάμε όλοι μαζί >>.

Τους είπε όσο έβγαζε αλλά δυο σερβίτσια στο τραπέζι της το μικρό, 

που είχε πάνω, όλου του κόσμου, το πιο νόστιμο φαγητό. 

Κι αφού έφαγαν και γέλασαν πολύ, η Γιαγιά Ειρήνη είπε στον Παναγιώτη πόσο χάρηκε που ήταν εκεί. 

<<Είμαι σίγουρη ότι ο παππούς ο Γιάννης μας βλέπει από τον ουρανό ψηλά, 

πάντα θα σε προσέχει και θα χαμογελά.

 Θα απολάμβανε κι αυτός μια βόλτα με το μαγικό σου λεωφορείο, 

και θα σε πήγαινε για παγωτό μέχρι το Θησείο >>.

Ο Παναγιώτης έδωσε μια αγκαλιά στη γιαγιά και την ευχαρίστησαν για το γεύμα αυτό, 

ανέβηκαν στο λεωφορείο προς άλλο προορισμό. 


Η γιαγιά τους είχε δώσει ιδέα φοβερή. 

Ένα παγωτάκι θα ήταν τώρα μια τέλεια επιλογή. 

Σταμάτησαν έξω από ένα ζαχαροπλαστείο που ήταν εκεί κοντά, 

συνάντησαν μέσα τη θεία του την Φωτεινή, που είχε μπει να πάρει γλυκά. 

Η θεία η Φωτεινή χάρηκε πάρα πολύ με τη συνάντηση αυτή,

έτσι κάθισαν να φάνε ένα παγωτό όλοι μαζί. 

Ο Παναγιώτης είπε στη θεία του όλα τα ωραία μέρη που είχε δει, 

κι εκείνη τους έδωσε μια τέλεια συμβουλή. 


<<Πρέπει να πάτε οπωσδήποτε στο Λυκαβηττό, 

που είναι ένα μέρος πέρα για πέρα μαγικό. 

Η θέα από εκεί είναι μαγευτική πραγματικά, 

και η Αθήνα μοιάζει σαν μια ζωγραφιά. >>


Ο Παναγιώτης αποχαιρέτησε τη θεία του και ανέβηκε στο λεωφορείο ξανά, 

και συμφώνησε με τη μαμά να πάνε να δούνε τη θέα από ψηλά. 

Μα λίγο πριν φτάσουν στο Λυκαβηττό ακούστηκε ένας θόρυβος ξανά.

Όχι δεν ήταν οι ρόδες, ούτε του Παναγιώτη η κοιλιά. 

Το λεωφορείο άρχισε να κόβει ταχύτητα και σταμάτησε ξαφνικά, 

βλάβη έπαθε δεν έπαιρνε μπροστά. 

 

Η μαμά του Παναγιώτη κατέβηκε το πρόβλημα να δει,

για καλή τους τύχη ο θείος τους ο Γιώργος περνούσε από εκεί. 

Αμέσως διέγνωσε ποιο ήταν το πρόβλημα στη μηχανή, 

δυστυχώς κάποιο εξάρτημα ήθελε αλλαγή. 

Ο Παναγιώτης παρακολουθούσε τον θείο του προσεκτικά, 

θαύμαζε που καταπιανόταν πάντα με πράγματα πολλά. 

Ο θείος του έβρισκε λύση σε όλα με μεγάλη ευκολία, 

γι'αυτό του είχε και τεράστια αδυναμία. 


Ο θείος Γιώργος έφτιαξε τη βλάβη στο λεπτό 

και έτσι το λεωφορείο θα συνέχιζε τώρα πάλι τον μαγικό του προορισμό. 

Κι αφού απόλαυσαν και τη θέα από το Λυκαβηττό, 

ξεκίνησαν τον δρόμο για το γυρισμό. 

 

Το ράδιο συνέχισε να παίζει μουσική,

μαμά και γιος τραγουδούσαν με κέφι πολύ.

Και κάπου εκεί στα γέλια και τα χαχανητά,

η μαμά έχασε την έξοδο και έφυγαν μακριά.

 

Τόσο μακριά που έφτασαν μέχρι την Θεσσαλονίκη, στη Μακεδονία τη ξακουστή.

Δεν είχαν καταλάβει τίποτα μέχρι που έφτασαν μποστά στο Λευκό πύργο που βρίσκεται εκεί.

<< Ωχ όχι, πως φτάσαμε εδώ>>, είπε η μαμά όλο απορία,

μα ο Παναγιώτης δεν έχασε ευκαιρία.

<<Τι ωραία έκπληξη που φτάσαμε ως εδώ,

πάμε να δούμε την Κατερίνα και τον Μάνο, που έχουμε να τους δούμε καιρό>>.

Η μαμά βρήκε αυτή την ιδέα καταπληκτική,

στο σπίτι τους έφτασαν μέσα σε μια στιγμή.

Ο Παναγιώτης και ο Κωνσταντίνος άρχισαν το παιχνίδι και το κυνηγητό,

όσο οι μέγαλοι το έριξαν στο κουτσομπολιό.


Κι αφού έφαγαν και ήπιαν καφέ έτσι χαλαρά,

<<Ώρα να πάμε πίσω στον μπαμπά>>,

είπε η μαμά του Παναγιώτη και έβαλε μπροστά,

αποχαιρέτησαν την αγαπημένη Θεσσαλονίκη και έφυγαν με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

 

Μόλις έφτασαν σπίτι πάρκαραν το λεωφορείο στο ίδιο σημείο, 

<<Άραγε πως βρέθηκε εξαρχής εκεί>>, αναρωτήθηκαν και οι δύο. 

Και ξαφνικά βγαίνει ο μπαμπάς του ο Σωτήρης από το σπίτι, μα δεν ήταν μόνος, ήταν κι ένας φίλος του μαζί. 

Μόλις είδε τη μαμά και τον Παναγιώτη τους φώναξε να τους συστήσει μια στιγμή. 

<<Από εδώ ο φίλος μου ο Νίκος, που είχα να τον δω από το σχολείο, 

καθόμασταν πάντα δίπλα δίπλα στο θρανίο. 

Ήρθε να μας επισκεφθεί, μα ήρθε τώρα η ώρα να πάει στη δουλειά, 

είναι οδηγός λεωφορείου, από αυτά τα τουριστικά. 

Να εδώ δίπλα το έχει παρκάρει, μάλλον το είδατε σωστά; >>,

είπε ο μπαμπάς και ο Παναγιώτης με τη μαμά έμειναν με τα στόματα ανοιχτά. 


Ο φίλος του μπαμπά είπε <<Χάρηκα για τη γνωριμία, χαρά μου να σας ξεναγήσω μια μέρα σε όλη την Αττική.>>,

χαιρέτισαν με τη σειρά τους και μπήκαν άρον άρον μέσα στο σπίτι από ντροπή. 

Το λεωφορείο δεν ξεκινούσε, δεν έπαιρνε μπροστά ,

η μαμά τελείωσε τη βενζίνη για τα καλά.

Και όσο ο μπαμπάς Σωτήρης και ο φίλος του αναρωτιόταν πως έγινε αυτό,

η μαμά είπε στον Παναγιώτη << από εδώ και πέρα βόλτα, μόνο με το προαστιακό>>.


Κι έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,

ο μπαμπάς του Παναγιώτη πήγε και του είπε ένα μυστικό 

<<Μικρό κουτσούι μου ξέχασες στο λεωφορείο του φίλου μου το αγαπημένο σου παιχνίδι, ένα αυτοκινητάκι μικρό. 

Φαίνεται πως εσύ και η μαμά περάσατε καλά, 

κοιμήσου τώρα να ξεκουραστείς και όνειρα γλυκά. 

Αύριο ένας φίλος μου, που είναι οδηγός τρένου θα έρθει για φαγητό, 

γι'αυτό και ετοιμάσου ξανά για ένα ταξίδι μαγικό ...>>.

Όμως ο μικρός Παναγιώτης δεν άκουσε, είχε ήδη κοιμηθεί, 

που να ξέρε ότι αύριο θα πήγαινε βόλτα μέχρι και την Αμερική!


**************************************************

Για να αποκτήσετε το παραμύθι αυτό σε εικονογραφημένο εκτυπώσιμο αρχείο επισκεφθείτε και γίνετε μέλος στην ομάδα μας στο Facebook "Ελληνικά παιδικά παραμύθια" . Εκεί στο μενού "Αρχεία" θα βρείτε όσα παραμύθια υπάρχουν σε pdf, έτσι θα μπορείτε να τα διαβάσετε σαν ebook ή να τα εκτυπώσετε.

Αν θέλετε κι εσείς το δικό σας παραμυθάκι με το όνομα του παιδιού σας και οποίο θέμα θέλετε, μπορείτε να κάνετε μια προπαραγγελία στέλνοντας μήνυμα στην σελίδα μας στο Facebook ή στο Instagram.

 

Εδώ μπορείτε να δείτε και την λίστα αναμονής για τα προσωποποιημένα παραμύθια μας.


Για να διαβάσετε περισσότερα προσωποποιημένα παραμύθια πατήστε στην αντίστοιχη καρτέλα που βρίσκεται στο μενού μας.

Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ. 


Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2022





Print Friendly and PDF

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου