Ένα παραμύθακι αφιερωμένο σε δύο μικρά φιλαράκια τον Γρηγόρη και τον Κωνσταντίνο, ή όπως τους φωνάζουν χαιδευτικά οι μαμάδες τους ο Σταλίτσας και ο Φουσκίτσας, που τους αρέσουν να φοράνε τα ίδια πυτζαμάκια.
Μπορείτε να το ακούσετε εδώ.
*********************************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε ένα χωριό πολύ μακριά από εδώ,
ζούσαν δύο φιλενάδες καλές,
που ήταν και οι δυό τους μανούλες γλυκές.
Κατερίνα και Μάγδα ήταν τα ονόματα τους
και από έναν γιο είχαν και οι δύο συντροφιά τους.
Η Κατερίνα είχε τον μικρό Κωνσταντίνο που ήταν σαν φουσκίτσα,
και η Μάγδα τον μικρό Γρηγόρη που ήταν μια σταλίτσα.
Οι δυό τους βρίσκονταν καθημερινά,
έτσι ο ένας τον άλλο είχαν πάντα συντροφιά.
Ο Γρηγόρης και ο Κωνσταντίνος είχαν όρεξη για παιχνίδι πολύ,
την συζήτηση των μαμάδων βρίσκαν λίγο βαρετή.
Έτσι δεν έχαναν ευκαιρία για να κάνουν σκανταλιές,
σαν έτρεχαν οι μαμάδες από πίσω τους, τους χυνόταν ο καφές.
Ένα απόγευμα τα δυο αγόρια συναντήθηκαν ξανά,
στο σπίτι του Γρηγόρη είχαν πάρτυ, με άτομα πολλά.
Ο Κωνσταντίνος με τους γονείς του έφτασε από τους πρώτους εκεί,
οι δύο τους άρχισαν το παιχνίδι με γέλιο πολύ.
Η θεία Ράνια με την θεία Έφη αντάλλασσαν συνταγές πάνω από τον μπουφέ,
ο θείος Ραφαήλ με τον θείο Γιάννη συζητούσαν για βίντεο και μουσικά εφέ.
Οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν κι αυτοί εκεί,
ο ένας μετά τον άλλο έδιναν στον Γρηγόρη κι από ένα φιλί.
Η γιαγιά Πόπη με την γιαγιά Σοφία,
για μπόλικες αγκαλιές βρήκαν τώρα ευκαιρία.
Ο παππούς Δημήτρης και ο παππούς Γρηγόρης άρχισαν τα παραμύθια και τις ιστορίες από τον παλιό καρό,
και έκει ήταν που τα δυο αγόρια άρχισαν και το χασμουρητό.
Ο μπαμπάς του Γρηγόρη ο Θανάσης είχε μια ιδέα,
να βάλουν τα δυο αγόρια να κοιμηθούν παρέα.
Τους φόρεσαν γρήγορα τα πυτζαμάκια τους, μα τι σύμπτωση φοβερή!!
Ο Γρηγόρης και ο Κωνσταντίνος είχαν την ίδια πυτζάμα με ένα αρκουδάκι γκρι.
Οι δυο τους κοιμήθηκαν και άρχισαν να βλέπουν όνειρα γλυκά
και τότε ένα αστέρι έπεσε από ψηλά.
Τα δυο αγόρια ξύπνησαν στο λεπτό!
Βρέθηκαν στο πάρκο, με έναν τρόπο μαγικό.
Αμέσως έτρεξαν στην τσουλήθρα και άρχισαν το παιχνίδι τους ξανά
μα ξαφνικά ακούστηκε ένα νιαούρισμα, από το δέντρο ψηλά.
Μόλις τα δυο αγόρια σήκωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό,
πέταξαν ψηλά και κατέβασαν ασφαλή κάτω το γατάκι το μικρό.
Τότε κατάλαβαν πως απέκτησαν σούπερ δυνάμεις κι έγιναν σούπερ ήρωες σωστοί,
τα πυτζαμάκια τους ήταν στα αλήθεια η καλύτερη στολή.
Άρχισαν αμέσως στην πόλη την περιπολία,
και βοηθούσαν τον κόσμο με την πρώτη ευκαιρία.
Σε ένα αδέσποτο σκυλάκι πρόσφεραν φαγητό,
επέστρεψαν το χαμένο παιχνίδι πίσω σε ένα κοριτσάκι μικρό.
Τα σκουπίδια μάζεψαν μέσα από την πλατεία
κι έφεραν στα μαγαζιά του χωριού μπόλικη πελατεία.
Όταν άκουγαν "βοήθεια" από μακριά,
πρώτοι έφταναν και έπιαναν δουλειά.
Πυροσβέστες, αστυνομικοί και άλλο προσωπικό
έβλεπαν τις δουλειές τους να ολοκληρώνονται με έναν τρόπο μαγικό.
Οι πυτζαμοήρωες όμως δεν άφηναν ίχνη πουθενά,
μόλις τελείωνε το καθήκον τους γυρνούσαν πίσω στα κρεβάτια τους και συνέχιζαν τα όνειρα γλυκά.
Οι μαμάδες τους όμως έβαζαν τα πυτζαμάκια τους στα άπλυτα συχνά
έτσι τα δυο αγόρια έπρεπε να περιμένουν να πλυθούν υπομονετικά.
Περίμεναν πως και πως να φορέσουν τα ίδια πυτζαμάκια με το αρκουδάκι ξανά,
να μεταμορφωθούν σε σουπερ ήρωες και να βγούνε παγανιά.
Κράτησαν καλά κρυμμένο για πολύ καιρό αυτό το μυστικό,
μέχρι που ένα βράδυ το πυτζαμάκι τους.... σαν να ήταν πιο στενό.
Ο Γρηγόρης και ο Κωνσταντίνος μεγάλωσαν για τα καλά,
τα πυτζαμάκια δεν τους χόραγαν πια.
Ο Γρηγόρης αμέσως σκέφτηκε μια ιδέα φοβερή,
να πάνε στην γιαγιά του την Πόπη που είχε ραπτομηχανή.
<<Θα ζητήσουμε από την γιαγιά Πόπη να μας μακρύνει λίγο τα μπατζάκια>>
Είπε και απ'την χαρά τους και οι δύο χτύπησαν παλαμάκια.
Η γιαγιά Πόπη μόλις είδε τα δυο παιδιά,
ευθύς τους έδωσε μια σφιχτή αγκαλιά.
Στην ραπτομηχανή κάθισε και έπιασε δουλειά,
έραβε, ξύλωνε και ταυτόχρονα τους τραγούδαγε γλυκά.
Μόλις τελείωσε με τις στολές και τις φόρεσαν ξανά
την ευχαρίστησαν και έφυγαν αμέσως βιαστικά.
Δεν είχαν χρόνο πολύ, κόντευε να ξημερώσει πια
γι'αυτό πήγαν αμέσως οι δυό τους να πιάσουνε δουλειά.
Μα καθώς πετούσαν ανάμεσα από κάτι κτήρια ψηλά,
οι στολές τους λερώθηκαν και γέμισαν βρωμιά.
Ο Γρηγόρης είχε πάλι μια ιδέα φαεινή γι'αυτό,
να πάνε στην γιαγιά του την Σοφία που έχει πλυντήριο φοβερό.
Μόλις φτάσανε στην γιαγιά Σοφία και της διηγήθηκαν τι είχε συμβεί,
αμέσως βάλθηκε να τους καθαρίσει την στολή.
Πράσινο σαπούνι και μπόλικο απορρυπαντικό,
η γιαγιά Σοφία τις καθάρισε μέσα σε ένα λεπτό.
Προτού να φύγουν τους πρόσφερε και λίγο γαλατάκι
και αποχαιρετώντας τους έδωσε και ένα γλυκό φιλάκι.
Οι μέρες περνούσαν και οι στολές γινόταν πάλι όλο και πιο μικρές,
τα δυο αγόρια δεν είχαν πλέον άλλες επιλογές.
Ανέθεσαν ο κάθε ένας την δουλειά του, σε έναν σούπερ ήρωα αληθινό που γνώριζαν από παλιά, ξεχωριστά,
αυτός δεν ήταν άλλος απ'τον αγαπημένο τους μπαμπά.
Ο Γρηγόρης ζήτησε από τον μπαμπά του, τον Θανάση, να προσέχει τα ζωάκια στην γειτονιά,
Να έχουν πάντα νερό, φαγητό και να είναι ζεστά.
Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον μπαμπά του, τον Μάνο, να προσέχει να είναι η πόλη πάντα καθαρή,
να μην υπάρχουν σκουπίδια πεταμένα από δω και από εκεί.
Οι μπαμπάδες τους στην αρχή ήταν λίγο μπερδεμένοι,
μέσα στις πυτζάμες τους ήταν ακόμη νυσταγμένοι.
Μα δέχτηκαν ταυτόχρονα δίχως αμφιβολία,
μιας και οι δύο είχαν στους γιους τους μεγάλη αδυναμία.
Έτσι μιας και έμεινε μόνο μια νύχτα που θα φορούσαν τις πυτζάμες τους για τελευταία φορά,
τα δύο αγόρια φρόντισαν να πετάξουν σε όλο τον κόσμο και να δούνε μέρη μαγικά.
Πήγαν από το σπίτι τους μέχρι και την Αμερική ,
γυρνώντας κάνανε στάση και στην Ανταρκτική.
Από τη γη πέταξαν μέχρι και το φεγγάρι,
είδαν από κοντά τον Κρόνο και τον Άρη.
Αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο και γύρισαν πίσω στα κρεβάτια τους ξανά,
με δυνάτο κλάμα ξύπνησε ο καθένας, την δική του την μαμά.
Η μαμά Μάγδα και η μαμά Κατερίνα πήγαν στα κρεβάτια τους και τους πήραν αγκαλιά,
το φορμάκι τους ήταν βρέγμενο για τα καλά.
<<Αχ Σταλίτσα μου, έκανες τσισάκια στο φορμάκι σου , που είναι πια μικρό,
θα σε αλλάξω γρήγορα εγώ μέσα σε ένα λεπτό>>.
Είπε η μαμά του Γρηγόρη και του άλλαξε ευθύς τα πυτζαμάκια,
που να ξέρε ότι το νερό ήταν από την τσουλήθρα που έκανε στην Ανταρκτική με τα πιγκουινάκια.
Από την άλλη, η μαμά Κατερίνα άλλαξε κι αυτή αμέσως τον Κωνσταντίνο φορώντας του πυτζάμα άλλη,
γιατί η κοιλιά του ήταν τόσο φουσκωτή, αναρωτιόταν και έξυνε με απορία το κεφάλι.
<<Αχ μικρέ μου Φουσκίτσα μεγάλωσες δεν είσαι πια μωρό,
γιατί η πυτζάμα σου είναι γεμάτη φαγητό;>>
Είπε και τον πήρε μια σφιχτή αγκαλιά,
που να ξέρε κι αυτή ότι ο Κωνσταντίνος δοκίμαζε σε κάθε χώρα όλα τα παραδοσιακά τους φαγητά.
Το παραμυθάκι αυτό τελιώνει έτσι γλυκά,
ο Γρηγόρης και ο Κωνσταντίνος παρέμειναν φιλαράκια καλά.
Στο πάρκο συνέχιζαν το παιχνίδι και το κυνηγητό
κι αν κάποιος ήθελε βοήθεια, την πρόσφεραν δίχως να χάσουν λεπτό.
Μπορεί να μην είχαν πλέον της μαγικές τους τις στολές,
ήταν όμως έτοιμοι πάντα για επικίνδυνες αποστολές.
Πρόσφεραν την βοήθεια τους με το χέρι στην καρδιά,
και περίμεναν πως και πως να μεγαλώσουν για να ταξιδέψουν μόνοι τους ξανά.
Οι μαμάδες τους ευτυχώς κράτησαν για ενθύμιο τα πυτζαμάκια τους τα μικρά,
γιατί σίγουρα κάποια μέρα θα γίνουν μπαμπάδες και αυτοί με την δική τους την σειρά......
********************************************************
Για να αποκτήσετε το παραμύθι αυτό σε εικονογραφημένο εκτυπώσιμο αρχείο επισκεφθείτε και γίνετε μέλος στην ομάδα μας στο Facebook "Ελληνικά παιδικά παραμύθια" . Εκεί στο μενού "Αρχεία" θα βρείτε όσα παραμύθια υπάρχουν σε pdf, έτσι θα μπορείτε να τα διαβάσετε σαν ebook ή να τα εκτυπώσετε.
Αν θέλετε κι εσείς το δικό σας παραμυθάκι με το όνομα του παιδιού σας και οποίο θέμα θέλετε, μπορείτε να κάνετε μια προπαραγγελία στέλνοντας μήνυμα στην σελίδα μας στο Facebook ή στο Instagram.
Εδώ μπορείτε να δείτε και την λίστα αναμονής για τα προσωποποιημένα παραμύθια μας.
Για να διαβάσετε περισσότερα προσωποποιημένα παραμύθια πατήστε στην αντίστοιχη καρτέλα που βρίσκεται στο μενού μας.
Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ.
Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2022


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου