Ο Γιάννης και ο δεινόσαυρος

Ένα παραμυθάκι για τον Γιάννη που του αρέσουν οι δεινόσαυροι, τα λιοντάρια και όλα τα ζωάκια.


*************************************************


Μια φορά κι έναν καιρό,

σε ένα μακρινό χωριό,

ζούσε ένα αγοράκι μικρό,

Γιάννης ήταν το όνομά του το γλυκό.


Ο Γιάννης αγαπούσε όλα τα ζωάκια, δίχως περιορισμό.

Από το πιο μεγάλο, μέχρι το πιο μικρό.

Στο δάσος πήγαινε βόλτα καθημερινά

και έκανε ποδήλτο και πικ νικ με τη μαμά.


Εκεί όλα τα ζωάκια έιχε συντροφιά,

από την αρκούδα μέχρι και την αλεπού με την μακριά ουρά.

Τα τάιζε και παίζανε όλοι μαζί ,

έτσι ο Γιάννης ήταν στα αλήθεια χαρούμενος πολύ. 


Ένα απόγευμα ο μπαμπάς του είχε μια ιδέα φοβερή,

στο δάσος να πάνε να στήσουνε σκηνή.

Το κάμπιγκ ήταν η αγαπημένη του ασχολία

και στο δάσος βρίσκανε πάντα ηρεμία.

 

Μόλις φτάσανε στο δάσος και ετοίμασαν τη σκηνή,

ο Γιάννης είπε στον μπαμπά πως πεινούσε πάρα πολύ.

Έτσι χωρίς να χάσουνε ούτε λεπτό,

πήγαν να ψαρέψουνε πιο δίπλα σε έναν ποταμό.


Ο μπαμπάς όμως περίμενε ώρα αρκετή, 

κι ούτε ένα τόσο δα μικρό ψαράκι δεν είχε εμφανιστεί. 

Ο Γιάννης είχε αρχίσει να βαριέται με την αναμονή 

Και ξάπλωσε κάτω από ένα δέντρο για να κοιμηθεί. 


Μα ξύπνησε από έναν δυνατό βρυχηθμό, 

ακουγόταν πίσω από έναν θάμνο πυκνό. 

Σηκώθηκε και πήγε γρήγορα να δει τι βρισκόταν εκεί, 

αναρωτιόταν μήπως ήταν λιοντάρι ή αρκούδα τρομερή. 


Ήθελε πάντα ένα λιοντάρι από κοντά να δει, 

Γιαυτό και δεν φοβήθηκε ούτε μια στιγμή. 

Μα προς έκπληξη μεγάλη, μόλις πέρασε μέσα απτον θάμνο τον πυκνό, 

αντίκρισε έναν δεινόσαυρο με μακρύ λαιμό. 


Ο δεινόσαυρος ήταν πολύ φιλικός και είχε μακριά ουρά, 

ο Γιάννης τον πλησίασε αργά αργά. 

Σκαρφάλωσε στην ουρά του μέχρι και ψηλά στο κεφάλι, 

τσουλήθρα έκανε και κατέβηκε κάτω πάλι. 


Ο Γιάννης του είπε πως πεινούσε αρκετά

Και περίμενε τον μπαμπά του μήπως πιάσει κανένα ψάρι στα ρηχά. 

Ο δεινόσαυρος τότε χωρίς να χάσει λεπτό 

Βούτηξε την μακριά ουρά του στο νερό και έβγαλε ένα ψάρι μακρουλό.


Συνέχισε να ψαρεύει δίχως σταματημό, 

Ψάρια έβγαλε ένα σωρό. 

Ο Γιάννης έτρεξε και τα έδειξε στον μπαμπά 

κι αυτός έμεινε να κοιτάει με μάτια γουρλωτά. 


<<πω πω, πως ψαρέψες όλα αυτά, 

Εγώ δεν μπόρεσα να πιάσω ούτε ένα ψαράκι τόσο δα>>.

Είπε ξύνοντας το κεφάλι με απορία, 

όσο ο Γιάννης του έλεγε πως τα ψαρέψε με μεγάλη μαεστρία. 


<<Το ψάρεμα είναι τέχνη και θέλει δόλωμα καλό, 

Θέλει υπομονή να στέκεσαι ώρες δίπλα στο νερό. 

Μα θέλει και λίγο τύχη, εκτός από εμπειρία 

Γιαυτό έλα να φάμε γιατί η ώρα έχει πάει μια. >>


είπε ο Γιάννης όσο έτρωγε τα ψάρια του τα λαχταριστά

Κι ο μπαμπάς τον κοίταγε λιγάκι διστακτικά. 

<<Κάτι σκαρώνει ο μικρός, 

τον είδα πριν που τρυπώσε στον θάμνο, σαν να ήταν ποντικός. >>

Σκέφτηκε και πήγε ο ίδιος στον θάμνο να δει, 

Μα δεν αντιλήφθηκε τον δεινόσαυρο, που πίσω από ένα δέντρο είχε κρυφτεί. 


Αφού έφαγαν τα νόστιμα ψάρια, μπήκαν στην σκηνή να κοιμηθούν 

Τους ήχους της κουκουβάγιας άκουγαν για να νανουριστούν. 

Μα το επόμενο πρωινό, μόλις βγήκαν απο την σκηνή

υπήρχε μια στοίβα με ψάρια έξω από εκεί.

 

<< Μα πως βρέθηκαν αυτά εδώ>>, ρώτησε ο μπαμπάς

<<Μάλλον θα τα έφερε έδω ο ψαράς>>.

Απάντησε ο Γιάννης και μπήκε γελώντας στην σκηνή,

γιατί έπρεπε τώρα την αλήθεια για τον δεινόσαυρο να πεί.

 

Μα ξαφνικά ακούστηκε πάλι ο βρυχηθμός,

κι ο μπαμπάς άρχισε να φωνάζει σαν τρελός.

Μην ανησυχείς μπαμπά, τον καθυσηχασε ο Γιάννης με σιγουριά

<<Είναι ο φίλος μου ο δεινόσαυρος που μας έφερε χθες ψάρια πολλά >>. 

 είπε ο Γιάννης και βγήκε πάλι από την σκηνή

Και είδε ένα λιοντάρι έτοιμο στον μπαμπά να επιτεθεί. 

 

Ο Γιάννης που αγαπούσε τα λιονταράκια πάρα πολύ,

του χάρισε όλα τα ψάρια και είπε στον μπαμπά να μείνει στην σκηνή.

<<Μην φοβάσαι μπαμπά, απλά είναι λίγο πεινασμένο,

ας του δώσουμε να φάει, φαίνεται ταλαιπωρημένο.>>


Το λιοντάρι έφαγε και ευχαρίστησε τον Γιάννη για το φαγητό

και με ένα σαλτο χάθηκε πίσω απ τον θάμνο τον πυκνό. 

Ο μπαμπάς είχε μπερδευτεί με όλο αυτό 

Την σκηνή γρήγορα μάζεψε, να πάρουν τον δρόμο για τον γυρισμό. 


Μα ο δεινόσαυρος τους ακολούθησε δίχως να τον αντιληφθεί κάνεις 

<<Φτάσαμε στο σπίτι σόι και αβλαβείς>>

Είπε ο μπαμπάς και αγκάλιασε τον Γιάννη σφιχτά 

Και διηγήθηκε τα πάντα στην μαμά. 


Ο Γιάννης όμως είπε πως πέρασε καλά 

Πως σαν το λιοντάρι έφαγε ψάρια πολλά. 

Η αγάπη του για τα όλα τα ζωάκια ήταν γνωστή 

Γιαυτό και τα ζωάκια δεν τον πείραξαν ούτε στιγμή. 

Και καθώς έκανε αναπαράσταση του δεινόσαυρου τον βρυχηθμό

Ακούστηκε ένα τεράστιο κοιλιάς γουργουρητό. 


Η μαμά και ο Γιάννης Κοίταξαν αμέσως τον μπαμπά 

Όσο αυτός έμεινε με απορία να τους κοιτά. 

<<Δεν ήμουν εγώ αυτή την φορά>>

είπε και είδε έξω απτό παράθυρο μια τεράστια ουρά. 


Ήταν ο δεινόσαυρος που ήταν πεινασμένος 

Ούτε ένα ψάρι δεν είχε προλάβει να φάει ο καημένος. 

Έτσι ο Γιάννης μπήκε στην κουζίνα με την μαμά 

Κι έφτιαξαν στα γρήγορα Μακαρόνια με κιμά. 


Κι όσο ο δεινόσαυρος έτρωγε με όρεξη μεγάλη 

Ο μπαμπάς δίπλα του δεν κούνησε ούτε το κεφάλι. 

Η μαμά και ο Γιάννης γέλασαν και πείραξαν τον μπαμπά γιαυτό 

Γιατί έτσι θα έτρωγαν μόνοι τους μετά το φαγητό, όλο το παγωτό. 


*******************************


Αν θέλετε κι εσείς το δικό σας παραμυθάκι με το όνομα του παιδιού σας και οποίο θέμα θέλετε, μπορείτε να κάνετε μια προπαραγγελία στέλνοντας μήνυμα στην σελίδα μας στο Facebook ή στο Instagram.

 

Εδώ μπορείτε να δείτε και την λίστα αναμονής για τα προσωποποιημένα παραμύθια μας.


Για να διαβάσετε περισσότερα προσωποποιημένα παραμύθια πατήστε στην αντίστοιχη καρτέλα που βρίσκεται στο μενού μας.

Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ. 


Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2021









 










 

 




 


Print Friendly and PDF

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου