Ένα παραμυθάκι αφιερωμένο στον Γιώργο και στην Κατερίνα που θα ήθελαν να ακούσουν κάποια ιστορία με δεινόσαυρους και γοργόνες.
Μπορείτε να το ακούσετε εδώ.
************************************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε ένα μακρινό χωριό,
ζούσαν δύο αδερφάκια μικρά,
όλη μέρα την περνούσαν με παιχνίδι και χαχανητά.
Ο Γιώργος και η Κατερίνα ήταν πρώτοι στις σκανταλιές,
τους άρεσε να μπλέκουν σε περιπέτειες πολλές.
Έτσι σε κάθε βόλτα που πήγαιναν μαζί με τη μαμά,
έβρισκαν ευκαιρία να περάσουνε καλά.
Μια μέρα πήγαν για πικ νικ σε ένα δάσος πυκνό,
εκεί κοντά είχε έναν καταρράκτη με κρυστάλλινο νερό.
Ζήτησαν από τη μαμά να πάνε για βουτιά,
μήπως και έβλεπαν κανένα βατράχι από κοντά.
Μα μόλις λίγα λεπτά πριν κάνουν τη βουτιά,
μπόρα ξέσπασε έτσι ξαφνικά.
Μπήκαν γρήγορα μέσα σε μια σπηλιά που ήτανε πιο εκεί,
μέχρι να σταματήσουν οι κεραυνοί και η βροχή.
Όμως η Κατερίνα παρατήρησε κάτι μέσα στη σπηλιά,
υπήρχε μια φωλιά, με δύο τεράστια αβγά.
Δεν ήταν κότας, ούτε ορτυκιού.
Ο Γιώργος αμέσως τα αναγνώρισε, ήταν ενός δεινοσαύρου μεγάλου και τρομερού!!!
Μα πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη και να φωνάξει δυνατά,
ακούστηκαν βήματα να έρχονται πολύ πολύ βαριά.
Τα παιδιά κρυφτήκαν πίσω από τα αβγά...
Ευτυχώς όμως ήταν ένας βραχιόσαυρος, που έτρωγε μόνο πράσινα φυτά.
Τα δύο αδέρφια βγήκαν ευθύς από τη φωλιά,
θαύμασαν το δέρμα του και τη μακριά του ουρά.
Μα μόλις βγήκαν έξω από τη σπηλιά,
έμειναν και οι δύο ξαφνιασμένοι με μάτια γουρλωτά.
Δεν ήταν πλέον στο δάσος το γνωστό,
είχαν γυρίσει πίσω πολλά χρόνια, στον προϊστορικό καιρό.
Γύρω τους υπήρχε βλάστηση πυκνή,
υπήρχαν δεινόσαυροι τριγύρω, μεγάλοι και μικροί.
Ένας πτεροδάκτυλος πέταξε από πάνω τους, επιδεικνύοντας τα μεγάλα του φτερά,
τους προσπέρασε κι ένας δεινόσαυρος που είχε κέρατα σε ολόκληρη την ουρά.
Ο Γιώργος ενθουσιάστηκε πάρα πολύ με όλο αυτό,
μιας και οι δεινόσαυροι του άρεσαν από τότε που ήτανε μωρό.
Ήθελε τόσο πολύ να δει τον Τυραννόσαυρο Ρεξ από κοντά,
η Κατερίνα από την άλλη, αν τον συναντούσε θα φώναζε σίγουρα ‘μαμάαα’.
Καθώς περπατούσαν και θαύμαζαν το θέαμα αυτό,
άκουσαν ένα θρόισμα φύλλων, πίσω από έναν θάμνο πυκνό.
Ήταν τρεις ράπτορες, που περίμεναν να τους επιτεθούν στα ξαφνικά,
μιας και τους έβλεπαν σαν δύο μεζεδάκια λαχταριστά.
Ο Γιώργος έπιασε την Κατερίνα από το χέρι και βούτηξαν μέσα σε μια λίμνη που ήταν δίπλα τους εκεί,
έτσι ξέφυγαν από τα νύχια τους και γλύτωσαν στη στιγμή.
Κολύμπησαν μέχρι την απέναντι όχθη, τους ξέφυγαν για τα καλά,
ο Γιώργος από τη τρομάρα βγήκε πρώτος στη στεριά.
Η Κατερίνα όμως ήθελε να κάνει μια τελευταία βουτιά,
μιας και τα νερά ήταν καταγάλανα και ζεστά.
Μα καθώς κολυμπούσε στα βαθιά νερά,
είδε ξαφνικά ότι δεν είχε πια πόδια, αλλά είχε βγάλει μια τεράστια ουρά.
Φαίνεται πως τα νερά της λίμνης ήταν μαγικά,
και η Κατερίνα είχε πια μεταμορφωθεί σε γοργόνα με λέπια χρωματιστά.
Η Κατερίνα ενθουσιάστηκε με αυτό και άρχισε να κολυμπά,
φιγούρες έκανε κουνώντας την ουρά.
Στο βάθος συνάντησε γοργόνες πολλές,
που είχαν όλες τους μακριές και χρωματιστές ουρές.
Μια γοργόνα πλησίασε και άρχισε να της μιλά.
Φορούσε ένα χρυσό κολιέ στο λαιμό της και είχε πολύ μακριά μαλλιά.
Της είπε << Αν θέλεις να μείνεις γοργόνα για πάντα και εσύ,
θα πρέπει να φορέσεις αυτό το μαγικό κολιέ μέχρι την αυγή>>.
Η Κατερίνα αν και της άρεσε πολύ η καινούργια της ουρά,
της είχε λείψει πολύ η καλή της η μαμά.
Ευχαρίστησε όλες τις γοργόνες και δεν δέχτηκε την προσφορά τους αυτή,
κι αμέσως κολύμπησε μέχρι πίσω στην ακτή.
Μόλις έπιασε το χέρι του αδερφού της για να βγει,
τα δύο της πόδια φάνηκαν ξανά και έγινε πάλι παιδί.
Μαύρα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και έπιασε ξανά βροχή,
τα δύο αδέρφια μπήκαν μέσα σε μια σπηλιά που ήτανε εκεί.
Μόλις σταμάτησε η βροχή, άκουσαν τη μαμά τους να φωνάζει δυνατά,
<<Ελάτε παιδιά να φάμε, έτοιμα τα φαγητά>>.
Βγήκαν έξω και έμειναν με το στόμα ανοιχτό.
Η μαμά τους είχε στήσει φαγοπότι σωστό.
Τοστ, φρούτα, κέικ, χυμό και άλλες νοστιμιές,
αυτό το πικ νικ θα τους έμενε αξέχαστο στα αλήθεια, χωρίς υπερβολές!
Έπεσαν πρώτα και οι δύο στης μαμάς την αγκαλιά,
και έπειτα πέσανε με τα μούτρα στο φαγητό, σαν δεινόσαυρακια μικρά.
Κι έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,
<<Έλα μαμά πάμε σπιτάκι μας>>, φώναξαν και οι δύό.
Μα η μαμά έμεινε εκεί, δίπλα στη λίμνη, απορημένη να κοιτά,
γιατί σαν να της φάνηκε ότι είδε μια χρωματιστή ουρά……
*********************'***************************************************
Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ.
Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2021



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου