Ο μικρός λατρεύει τους δεινόσαυρους και το πατίνι του. Και οι τρεις αγαπάνε το νερό κολυμπανε από 3,5 ετών.
Για να το ακούσετε πατήστε εδώ.
********************************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε μια πόλη πολύ μακριά από εδώ,
ζούσαν τρία αδερφάκια,
με πολύ όμορφα και σπάνια ονοματάκια.
Η Νάγια ήταν η μέγαλη αδερφή,
τα μακριά μαλλιά της ανέμιζαν, κάθε φορά που έτρεχε με τα πατίνια της σαν αστραπή.
Ο Ισίδωρος που βρισκόταν στην μέση ακριβώς,
με το κίτρινο ποδήλατο του γινότανε καπνός.
Ο Γαβριήλ που ήτανε ο μικρότερος της συμμορίας,
θα γίνει και ο πρωταγωνιστής , αυτής εδώ της ιστορίας.
Όπως όλα τα αδερφάκια που υπάρχουν στον κόσμο αυτό,
υπήρχαν μέρες που μάλωναν μεταξύ τους, πόλεμο κανονικό.
Η Νάγια και ο Ισίδωρος που ήταν και πιο κοντά ηλικιακά,
έψαχναν πάντα αφορμή για φασαρία και καβγά.
Ευτύχως ο Γαβριήλ με τον τρόπο του τον μαγικό,
έκανε τον διαιτητή και τα βρίσκανε πάλι όλοι στο λεπτό.
Μια μέρα ηλιόλουστη με καλό καιρό.
Τα τρία αδέρφια αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα στο δάσος το πυκνό.
Η Νάγια με τα πατίνια της και ο Γαβριήλ με το πατίνι του, πηγαίνανε μπροστά,
και ακολουθούσε ο Ισίδωρος με το κίτρινο ποδήλατο του, όλο χαρά.
Καθώς διέσχιζαν ένα μονοπάτι στριφογυριστό,
και έστριψαν δίπλα από έναν θάμνο πολύ φουντωτό,
βρέθηκαν σε ένα δρομάκι που δεν είχαν ξαναδεί,
μα να γυρίσουν πίσω δυσκολεύτηκαν πολύ.
Η Νάγια υποστήριζε ότι πρέπει να πάνε δεξιά,
ο Ίσιδωρος από την άλλη έλεγε να πάνε αριστερά.
Τελικά πήγανε ευθεία και βγήκαν σε σταυροδρόμι
και συνέχισαν να μαλώνουν για το που οδηγούν όλοι οι δρόμοι.
<<Αν πάμε αριστερά, δεξιά και ευθεία,
είμαι σίγουρη θα βγούμε στην πλατεία>>,
έλεγε η Νάγια ξανά και ξανά,
τραβώντας απεγνωσμένα τα μακριά της τα μαλλιά.
<<Αν πάμε ευθεία, αριστερά και πάλι ευθεία,
να δείτε πως θα βγούμε στην θεία την Μαρία>>,
έλεγε ο Ισίδωρος και με ένα ξύλο σχεδίαζε στο χώμα την διαδρομή,
μιας και ήταν σίγουρος γι'αυτό πάρα πολύ.
Συνέχισαν να μαλώνουν για την διαδρομή,
χωρίς να καταλάβουν ότι ο Γαβριήλ δεν ήταν πια μαζί.
Είχε προχωρήσει με το πατίνι του μπροστά,
πρώτα δεξιά, μετά ευθεία και μετά αριστερά.
Τα δυο αδέρφια μόλις συνειδητοποίησαν ότι λείπει, έμειναν με άνοιχτο το στόμα
έτρεξαν αμέσως να τον βρούν, ακολουθώντας τα ίχνη από το πατίνι, που άφησε στο χώμα.
Μα ο αδερφός τους δεν είχε πάει και πολύ μακριά,
μια λίμνη βρήκε και είχε μπει μέσα για βουτιά.
Η Νάγια και ο Ισίδωρος, βούτηξαν και αυτοί, δεν έχασαν λεπτό.
Εξάλλου και οι τρεις τους αγαπούσαν το νερό.
Άυτο ήταν σίγουρα το μόνο τους κοινό,
η μόνη ασχολία που απολάμβαναν, δίχως τσακωμό.
Μα ξαφνικά η Νάγια βρήκε ένα περίεργο πετράδι στο νερό.
Ήταν πορτοκαλί σαν κεχριμπάρι από δέντρο παλιό.
Μόλις το κράτησε στο χέρι της για να το δει καλά ,
μια λάμψη έβγαλε, έτσι μαγικά!
Τα τρία αδερφάκια βρέθηκαν σε μια άλλη εποχή,
ένα μέρος που έμοιαζε σε κάτι που είχαν ξαναδεί.
Ήταν ένα δάσος τροπικό με δέντρα ψηλά
και στον ουρανό πετούσαν κάτι περίεργα πτηνά.
Βγήκαν από την λίμνη χωρίς να χάσουνε λεπτό.
Ξαφνικά άκουσαν έναν θόρυβο πολύ δυνατό.
Ήταν βαριά βήματα, σαν να ήταν κάποιος γίγαντας από παραμύθι,
έλα όμως που δεν ήταν, για κακή τους τύχη.
<<Ένας δεινόσαυρος>>, φώναξε ο Γαβριήλ που ήταν ειδικός στο θέμα αυτό.
Αφού οι δεινόσαυροι του άρεσαν από τότε που ήτανε μωρό.
Ο Δεινόσαυρος ξεπρόβαλε μέσα από τα δέντρα τα ψηλά,
είχε μεγάλα δόντια και μακριά ουρά.
Η Νάγια και ο Ισίδωρος έβγαλαν μια δυνατή κραυγή,
που ξύπνησαν και τρόμαξαν όποιον δεινόσαυρο ήταν πάρα εκεί.
Μα ο μικρός ο Γαβριήλ, έδειξε ψυχραιμία,
γνώριζε ότι αυτό το είδος δεινοσαύρου, έτρωγε μόνο φυτά, δίχως αμφιβολία.
Αφού πλησίασε και του χαίδεψε την κοιλιά,
ο δεινόσαυρος τον ανέβασε στον λαιμό του και έκανε τσουλήθρα στην ουρά.
Τα αδέρφια του φώναξε, να πλησιάσουν και αυτά
Και έτσι σύντομα βρέθηκαν όλοι τους να κάνουν τσουλήθρα και τραμπολίνο στην κοιλιά.
Την ώρα που ήταν ξαπλωμένοι στην ράχη του και απολάμβαναν την θέα από ψηλά,
άκουσαν έναν βρυχηθμό να πλησιάζει σιγανά.
Η Νάγια τους καθυσήχασε λέγοντας πως είναι απλά ο αέρας ,
μα ο Ισίδωρος ήταν σίγουρος πως ακούστηκε σαν τέρας.
Άρχισαν να μαλώνουν πάλι για το ποιο είναι λάθος και ποιο το σωστό,
μέχρι που άκουσαν τον Γαβριήλ, να ξεροκαταπίνει κάτι στον λαιμό.
<<Αφήστε τα μαλώματα και τις υπερβολές.
Ένας τυραννόσαυρος είναι πίσω από τις φυλλωσιές.
Δύο λύσεις υπάρχουν μόνο και εγώ θα σας τις πω.
Ή το βάζουμε τώρα στα πόδια ή θα γίνουμε μεζεδάκι λαχταριστό.>>
Τα τρία αδέρφια άρχισαν να τρέχουνε όσο πιο γρήγορα μπορούσαν,
μόνο προς τα μπροστά, πίσω δεν κοιτούσαν.
Στην λίμνη έτρεξαν και έκαναν βουτιά
Και βρέθηκαν πάλι πίσω στο δάσος, έτσι μαγικά!!
Εκεί βρήκαν τα πατίνια τους και το ποδήλατο τους
Και ευθύς αμέσως πήραν τον δρόμο για το σπιτικό τους.
Γλύτωσαν από τον τυραννόσαυρο στο τελευταίο λεπτό
Κι αυτό γιατί ενεργήσαν με πνεύμα ομαδικό.
Η Νάγια και ο Ισίδωρος ζήτησαν συγνώμη που μάλωσανε για την διαδρομή,
τον μικρό τους αδερφό δεν θα έχαναν, αν ήταν πιο προσεκτικοί.
Αλλά από την άλλη αν δεν είχε γίνει όλο αυτό,
δεν θα έβρισκαν ποτέ το πέρασμα στην λίμνη το μαγικό.
<<Πρέπει να κρύψουμε το κεχριμπαρένιο πετράδι κάπου ασφαλή>>
είπε η Νάγια που απόλαυσε την περιπέτεια αυτή.
Τότε ο Ισίδωρος είχε μια ιδέα φαεινή,
Και με τα Lego τουβλάκια του έφτιαξε μια φοβερή κατασκευή.
<<Εδώ μέσα δεν θα το βρει ποτέ κανείς>> είπε στα παιδιά,
<<Γιατί ποιος ξέρει, ίσως μας χρειαστεί μελλοντικά >>
Αφού το κρύψανε με προσοχή,
πήγανε να φάνε γιατί πεινούσανε πολύ.
Η μαμά τους είχε ετοιμάσει το αγαπημένο τους φαγητό.
Κάθισαν στο τραπέζι και το κατασπάραξαν στο λεπτό.
<<Τι πάθατε εσείς οι τρεις και τρώτε σαν δεινοσαυράκια; >>, τους ρώτησε η μαμά
Και τότε άρχισαν όλοι να γελάνε δυνατά.
<<Τίποτα, τίποτα>>, είπαν με μια φωνή
Και βγήκαν γρήγορα να παίξουν στην αυλή.
Η μαμά είχε ψήσει ένα κέικ και τους είχε υποσχεθεί,
πως αν περιμένουν να κρυώσει λίγο, θα το φάνε στην αυλή.
Ευθύς αμέσως πήγε στο δωμάτιο τους να καθαρίσει τον χαμό
<<πω πω τι σκόνη έχει μέσα εδώ >>
Πήρε όλα τα παιχνίδια τους και τα έριξε σε μια μπανιέρα με νερό,
Έλα όμως που μέσα εκεί στα lego ήταν και το πετράδι το μαγικό.
Ένα κοπάδι κομψόγναθων εμφανίστηκε από το πουθενά,
προσπέρασαν και έφτασαν στην κουζίνα, χωρίς να το αντιληφθεί η μαμά.
Ήταν γνωστό πως ήταν σε μέγεθος τόσο μικροί,
Όσο μια κοτούλα στρουμπουλή.
Έφτασαν στην κουζίνα και εξαφάνισαν το κέικ έτσι όπως ήταν ζεστό ζεστό
Δεν άφησαν για ίχνος ούτε ψίχουλο μικρό.
Εξαφανίστηκαν από εκεί χωρίς να τους δει κανείς
Και το φταίξιμο έπεσε φυσικά στους φίλους μας τους τρεις.
<<Μα μαμά αλήθεια σου λέμε δεν το φάγαμε εμείς,
Μήπως το έφαγε ο μπαμπάς , σαυτον να απευθυνθείς>>
Η μαμά δεν άκουγε τίποτα από όλα αυτά
<<γρήγορα για μπάνιο και ύπνο μετά >>
Τα τρία αδέρφια πήγαν στην μπανιέρα και είδαν τα παιχνίδια τους εκεί
Και αμέσως κατάλαβαν πως κάποιος δεινόσαυρος θα είχε εμφανιστεί .
Πήγαν ξαπλώσαν στα κρεβάτια τους και κοιμήθηκαν με μιας
Σκεφτόταν τι να έλεγαν αύριο για το κεικ της μαμάς.
Ήταν η πρώτη φορά που συμφώνησαν όλοι χωρίς τσακωμό
Να μην πούνε τίποτα, να το κρατήσουν μυστικό.
και χωρίς καθυστερήσεις να ξεφορτωθούν από το σπίτι το πετράδι το μαγικό.
Κι έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,
αυτή την περιπέτεια θα την θυμούνται σίγουρα για καιρό,
Η μαμά από την άλλη δεν μπόρεσε να κοιμηθεί,
γιατί σκεφτόταν τι δουλειά είχαν οι δεινόσαυρο πατούσες που βρήκε σαν αποτύπωμα στα απλωμένα σεντόνια της πίσω στην αυλή.
Τον καημένο τον μπαμπά δεν τον αναζήτησε κάνεις εκείνο το βράδυ.
Είχε κλειδωθεί στο αμάξι του γιατί τον είχε περικυκλώσει ένα κοπάδι δεινοσαύρων, κι έτσι κι αυτός δεν έκλεισε καθόλου μάτι.
*********************'*******
Αν θέλετε κι εσείς το δικό σας παραμυθάκι με το όνομα του παιδιού σας και οποίο θέμα θέλετε, μπορείτε να κάνετε μια προπαραγγελία στέλνοντας μήνυμα στην σελίδα μας στο Facebook ή στο Instagram.
Εδώ μπορείτε να δείτε και την λίστα αναμονής για τα προσωποποιημένα παραμύθια μας.
Για να διαβάσετε περισσότερα προσωποποιημένα παραμύθια πατήστε στην αντίστοιχη καρτέλα που βρίσκεται στο μενού μας.
Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου