Ένα παραμυθάκι αφιερωμένο στην Ολίβια που είναι 14μηνών. Της αρέσει να ξεφυλλίζει παραμύθια, οι κουκουβάγιες, να χορεύει αγκαλιά με την μαμά της και να παίζει τους ζουλού! Δεν της αρέσει ο θόρυβος απο το τρυπάνι!
****************************************
Μια φορά και έναν καιρό,
σε μια πόλη πολύ μακριά από εδώ,
ζούσε ένα κοριτσάκι μικρό,
Ολίβια ήταν το όνομα της το γλυκό.
Μια μέρα αποφάσισαν να πάνε μια εκδρομή οικογενειακός,
μα πήραν το αεροπλάνο, δεν πήγαν οδικώς.
Ταξίδεψαν για ώρες σε μια χώρα μακρινή,
η Ολίβια ήταν ενθουσιασμένη τόσο πολύ.
Το αεροπλάνο προσγειώθηκε σε ένα μέρος πολύ ζεστό.
Ευτυχώς το ξενοδοχείο τους είχε κλιματισμό.
Είχε δέντρα πολλά και βλάστηση πυκνή,
η Ολίβια δεν άφηνε απτό χέρι τη φωτογραφική.
Το επόμενο πρωινό η Ολίβια είπε στη μαμά,
ότι θα πάει να παίξει στο πάρκο με τα παιδιά.
Προχωρούσε χωρίς σταματημό με βήματα γοργά
μέχρι να συναντήσει τη παιδική χαρά.
Μα μόλις έφτασε εκεί κοντά,
αντίκρυσε να γίνονται έργα και ένα τρυπάνι να κάνει θόρυβο δυνατά.
Η παιδική χαρά ήταν προς ανακατασκευή,
τα αυτιά της έκλεισε γιατί κόντεψε να κουφαθεί.
Έφυγε γιατί δεν άντεχε καθόλου τον ήχο από το τρυπάνι
άσε που δεν βρήκε εκεί, ούτε ένα παιδάκι.
Σε λίγο έφτασε σε ένα δάσος με δέντρα ψηλά,
το ξενοδοχείο ήταν πλέον πάρα πολύ μακριά.
Ξαφνικά πετάγονται μπροστά της έξι παιδάκια μικρά,
φορούσαν περίεργα ρούχα και είχαν μαζεμμένα τα μαλλιά.
Η Όλιβια συστήθηκε με πολύ χαρά
αν και τη γλώσσα που μιλούσαν τα παιδάκια την άκουγε πρώτη φορά.
Αρχίσαν το παιχνίδι στο δάσος και το κυνηγητό,
της πρόσφεραν και ένα παραδοσιακό φαγητό.
Τα έξι παιδάκια ζούσαν μέσα στο δάσος σε σπίτια που μοιάζαν με σφηκοφωλιά
τα ρούχα τους ήταν φτιαγμένα από δέρμα και πολύχρωμα φτερά.
αφού έφαγαν αρχίσαν τραγούδι και χορό
κι φόρεσαν ένα κολιέ στης Όλίβιας το λαιμό.
Εκεί που τράγουδούσαν " Μες στην ζούγκλα, στην άγρια ζούγκλα, ο λέων ξαγρυπνά..."
Ακούσε να την φωνάζουν ο μπαμπάς και η μαμά.
<<Ολίβια που ήσουν, ρώτησε ο μπαμπάς με απορία
δεν σε βρήκαμε στη παιδική χαρά και μας έπιασε αγωνία.
Αρχίζει η ξενάγηση σε πέντε λεπτά,
ετοιμάσου γιατί θα δούμε μέρη μαγικά>>.
Η Όλιβια είπε στους γονείς της πως γνώρισε έξι παιδάκια και περάσαν φοβερά
μα αυτά εξαφανίστηκαν , δεν ήταν πουθενά.
Απογοητεύτηκε που δεν πρόλαβε τα νέα της φιλαράκια να χαιρετήσει
μα έπρεπε να φύγουν γρήγορα από έκει, δεν υπήρχε άλλη λύση.
Φτάσανε λαχανιασμένοι έξω από το ξενοδοχείο
στο τσακ προλάβανε το τουριστικό λεωφορείο.
Μπήκανε μέσα και άρχισε η εκδρομή
τους περίμενε μια φανταστική διαδρομή.
Όμως η Όλιβια είχε κουραστεί πολύ απο το παιχνίδι και το χορό
γιαυτό και αποκοιμήθηκε στο επόμενο λεπτό.
Όταν ξύπνησε η ξενάγηση είχε τελιώσει και πίσω στο ξενοδοχείο βρισκόταν πια
Και η μαμά της χάιδευε τα μακριά της τα μαλλιά.
Χασμουρήθηκε και είπε στη μαμά
πόσο ώραια πέρασε με τα έξι μικρά παιδιά.
Ζήτησε από τη μαμά της να της διηγηθεί
Όσα είδαν, την ώρα που αυτή είχε απόκοιμηθεί.
Η μαμά της διηγήθηκε με λεπτομέρειες ότι τους έδειξε ο ξεναγός
Μουσεία, μνημεία, σπηλιές όπου φήμες έλεγαν υπήρχε κρυμμένος θησαυρός.
Μα με ενθουσιασμό διηγήθηκε έναν μύθο που έλεγαν οι παλιοί,
πως στα βάθη της ζούγκλας ζούσαν οι Ζουλού, μια αφρικανική φυλή.
<<Ο μπαμπάς σου ήθελε τόσο πολύ να τους συναντήσει από κοντά
Ίσως να τους πετύχουμε την επόμενη φορά. >>
Είπε και καληνύχτισε την Ολίβια με ένα μικρό φιλί
Και έβγαλε από το χέρι της την φωτογραφική.
Μα κατά λάθος πάτησε ένα κουμπί
Και τότε είδε την Ολίβια με τους Ζουλού να χορεύουν μπροστά από τη σκηνή.
Η μαμά της έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Η κόρη τους, στα αλήθεια, με τους ζουλού έπαιζε κρυφτό.
Έτσι την επόμενη μέρα προτού πάρουν το αεροπλάνο για το γυρισμό,
η Ολίβια τους οδήγησε στο δάσος να συναντήσουν τον αρχηγό.
Μόλις τους βρήκαν ο μπαμπάς της Ολίβιας αντάλλαξε χειραψία
Και η μαμά της , με τις γυναίκες της φυλής, συζητούσε για την ενδυμασία.
Η Ολίβια όμως δεν έχασε λεπτό.
Με τους μικρούς φίλους της άρχισε πάλι το χορό.
Και οι έξι ήταν εκεί, δεν ήταν κανείς απών
Τραγουδούσαν το Lea halalela απτό Βασιλιά των λιονταριών.
Ο αρχηγός της φυλής πλησίασε την Ολίβια και της είπε
Sawubona=Γειά σου.
Unjani (ουντζάνι)? Τί κάνεις;
Και η Ολίβια απάντησε με χαρά
-Ngikhona. (Νγκιχόνα) Καλά.
Αφού συστήθηκαν με όλη τη φυλή, οι γονείς της μπήκαν στο χορό,
ο μπαμπάς της Ολίβιας τους έδειξε και καλαματιανό.
Ήρθε η ώρα να φύγουν και τους ευχαρίστησαν για τη φιλοξενία,
η Ολίβια ήταν και επίσημα η πιο γλυκιά ζουλού, χωρίς αμφιβολία.
Μπήκαν στο αεροπλάνο και πέταξαν στον ουρανό
Κι έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό.
Η Ολίβια κράτησε επαφή με τους έξι φίλους της με αλληλογραφία
Και κόλλησε στον τοίχο του δωματίου της και τη φωτογραφία.
*******************************************


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου