Το γουρουνάκι και ο λύκος

Μια φορά κι έναν καιρό, 
Σε ένα δάσος πάρα πολύ πυκνό
Ζούσε μια οικογένεια από γουρουνάκια
Που είχε ένα σπιτάκι φτιαγμένο από τουβλάκια.

Το μικρό το γουρουνάκι ήταν περίεργο πολύ
Γιατί τον κακό τον λύκο που όλοι φοβόντουσαν, πότε δεν είχε δει. 
Έτσι αποφάσισε μια μέρα μοναχό
Να πάει να τον ψάξει επάνω στο βουνό.

Καθώς περπάταγε προσεκτικά
Συνάντησε έναν λαγό με μεγάλα αυτιά.
-Που πας γουρουνάκι γιατί είσαι βιαστικό?
-Πάω να βρω τον λύκο, εκείνον τον κακό.

-Όχι, όχι! μην πας από εκεί, είπε ο λαγός τρομαγμένος. 
Ο λύκος θα είναι σίγουρα πολύ πεινασμένος.
Όταν σε δει θα σε κάνει σίγουρα μια χαψιά
Και δεν θα προλάβεις να φωνάξεις ούτε αααα.

Μα το γουρουνάκι δεν άκουσε τον λαγό,
Γρήγορα πήρε τον δρόμο τον ανηφορικό.
Εκεί Συνάντησε μια αλεπού με φουντωτή ουρά
Και της είπε ότι ψάχνει τον λύκο με χαρά.

-Όχι, όχι! μην πας από εκεί, είπε η αλεπού αναστατωμένη. 
Ο λύκος θα σε φάει σίγουρα και έδειξε φοβισμένη. 
Με τα δόντια του, τα κοφτερά, θα σε φάει και ολόκληρο θα σε καταπιεί 
Δεν θα αφήσει ούτε την ουρά σου την στριφογυριστή. 


Μα το γουρουνάκι δεν άκουσε ούτε την αλεπού 
Συνέχισε και έφτασε στην άκρη του βουνού. 
Εκεί Συνάντησε μια πελώρια αρκούδα
Την ρώτησε αν ποτέ, είδε του λύκου την μουσούδα. 

-Όχι, όχι! μην πας να βρεις τον λύκο Στην σπηλιά του
Γιατί σίγουρα θα καταλήξεις μέσα στην κοιλιά του. 
Θα σε φάει για μεσημεριανό, χωρίς δεύτερη σκέψη 
Και ύστερα σόδα θα πιει για να σε χωνέψει. 

Μα το γουρουνάκι είχε περιέργεια μεγάλη 
Είχε στα σίγουρα αγύριστο κεφάλι. 
Σπίτι δεν θα γύρναγε αν δεν τον συναντούσε 
Να δει έναν λύκο, τόσο λαχταρούσε. 

Καθώς κοντοστέκονταν έξω από την σπηλιά 
Συνάντησε μια κουκουβάγια που καθόταν στα κλαδιά. 
Την ρώτησε αν ο λύκος είναι μέσα γιατί θέλει να τον δει
Αλλιώς θα τον περιμένει μέχρι το επόμενο πρωί. 

-Όχι, όχι! μην μπεις μέσα εκεί, του είπε η κουκουβάγια τρομαγμένη. 
Καλύτερα να γυρίσεις πίσω στην μαμά σου, που θα σε περιμένει. 
Ο λύκος αν μάθει ότι τον περίμενες εδώ 
Θα σε φάει σαν ένα μεζεδάκι λαχταριστό. 

Το γουρουνάκι όμως προσπέρασε τα λόγια της και μπήκε στην σπηλιά 
Και εκεί Συνάντησε τον λύκο να γελά. 
-Καλώς το γουρουνάκι το μικρό, πες μου αλήθεια τι σε έφερε εδώ. 
Κάνεις δεν έχει τολμήσει να μπει στην σπηλιά μου
Αν δεν περάσει πρώτα απτην κοιλιά μου. 

Το γουρουνάκι τον κοίταξε καλά καλά 
Και του είπε - πω πω τι μεγάλα έχεις αυτιά. 
-Είναι μεγάλα για να ακούω καλά 
Και στο κυνήγι κάνεις να μην με νικά. 

Το γουρουνάκι τότε του είπε - και η ουρά σου είναι πολύ φουντωτη 
Και φαίνεται να είναι και πολύ ζεστή. 
Η δική μου είναι μικρή ροζ και στριφογυριστή 
Και η αλήθεια είναι πως δεν είναι βολική. 

-Τα μάτια σου είναι πολύ μεγάλα, συνέχισε το γουρουνάκι 
Και ο Λύκος τα ανοιγόκλεισε γιατί μπήκε μέσα ένα σκουπιδακι. 
-Το στόμα σου είναι μεγάλο και έχεις δόντια κοφτερά
Και είναι όντως αλήθεια ότι έχεις και μεγάλη κοιλιά. 
Μα αυτό που αναρωτιέμαι είναι, ενώ είσαι τόσο ξακουστός 
Γιατί κάθεσαι στην σπηλιά σου πάντα μοναχός? 

Ο λύκος δεν ήξερε τι να απαντήσει, 
Όντως ένιωθε μόνος μέσα στην φύση. 
Και ευθύς αμέσως σκέφτηκε μια λύση φοβερή 
Κρέας να μην ξαναφαει για την υπόλοιπη ζωή. 
Κέρασε το γουρουνάκι Φρούτα και νερό
Και έτσι απέκτησε έναν φίλο αληθινό. 

Το γουρουνάκι δέχτηκε με χαρά 
Και του είπε αφού δεν με έκανες ως τώρα μια χαψιά 
Τα χέρια να ενώσουμε γιαυτη μας την φιλία 
Ενάντια σε κάθε είδους, πήγαμε θεωρία. 
Στα ζωάκια όλου του δάσους, να πούμε τα νέα τα καλά 
Για να μην κρύβονται πλέον όταν σε βλέπουν μέσα στην σπηλιά. 

Έτσι ο λύκος δεν ήταν πια ο κακός, 
Σε όλα τα ζωάκια ήταν πλέον αγαπητός. 
Και απέδειξε για άλλη μια φορά 
Πως η φιλία όλα τα νικά!

********************************************************

Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ

Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2021


Print Friendly and PDF

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου