Ένα προσωποποιημένο παραμυθάκι για τον μικρό Αλέξανδρο, που του αρέσει πολύ η μουσική και ειδικά το κλαρίνο, και του αρέσει να σκορπίζει χαρά με τη μουσική του.
*********************************
Μια φορά κι έναν καιρό,
σε μια πόλη πολύ μακριά από εδώ,
ζούσε ένα αγοράκι μικρό,
Αλέξανδρος ήταν το όνομα του το γλυκό.
Ο Αλέξανδρος αγαπούσε τη μουσική πάρα πολύ,
έπαιρνε έμπνευση από τη φύση και από την αγάπη του γιαυτή.
Του άρεσε να πηγαίνει στο δάσος και στα βουνά,
χαλάρωνε ακούγοντας να κελαηδούν τα πουλιά.
Ονειρευόταν πως κάποτε θα έπαιζε επάνω σε σκηνή,
και η μουσική του θα ακουγόταν σε ολόκληρη τη γη.
Μια μέρα ηλιόλουστη και ζεστή,
αποφάσισαν οι γονείς του να πάνε μια εκδρομή.
Θα πήγαιναν ψηλά στο βουνό λίγο πιο έξω από τα Γρεβενά,
για να μαζέψουν μανιτάρια, όπως συνήθιζαν με τον παππού και τη γιαγιά.
Ο παππούς Κώστας και η γιαγιά Αρετή πήγαν κι αυτοί παρέα,
Και ο Αλέξανδρος ενθουσιάστηκε πολύ με αυτή την ιδέα.
Του άρεσε πολύ να βοηθάει τον παππού στο ψάξιμο μανιταριών και να μαθαίνει όλα τους τα μυστικά,
μα πιο πολύ του άρεσε όταν του τα μαγείρευε με αγάπη η γιαγιά.
Φτάσανε σύντομα σε ένα δάσος με δέντρα ψηλά,
κι ευθύς αμέσως άρχισαν το ψάξιμο εξονυχιστικά.
Η γιαγιά Αρετή και η μαμά έστρωσαν να κάνουνε πικ νικ δίπλα στη λίμνη που βρισκόταν εκεί κοντά,
μέχρι οι άντρες της παρέας να γεμίσουν τα καλάθια τους με μανιτάρια πολλά.
Ο Αλέξανδρος καθώς έψαχνε για μανιτάρια πίσω από έναν θάμνο πυκνό,
αντίκρισε κάτι περίεργο και έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Εκεί δίπλα στη λίμνη, ανάμεσα στα χόρτα, είδε ένα κλαρίνο ξεχασμένο.
Φαινόταν παλιό και ταλαιπωρημένο.
Το σήκωσε στα χέρια του δίχως να χάσει λεπτό,
το κλαρίνο ήταν το αγαπημένο του όργανο μουσικό.
Άρχισε να παίζει μια μελωδία γλυκιά,
και αμέσως μαζεύτηκαν γύρω του ζωάκια πολλά.
Τα σκιουράκια κατέβηκαν από τα δέντρα και καθόταν προσοχή,
τα λαγουδάκια πηδούσαν και χόρευαν με τη μελωδία του αυτή.
Ακόμη και τα ψαράκια έβγαλαν το κεφάλι τους έξω από το νερό,
πλατσούριζαν τις ουρές τους, ακολουθώντας το ρυθμό.
Ο Αλέξανδρος συνέχιζε να παίζει δίχως σταματημό,
ακόμη και τα λουλούδια δίπλα του λικνιζόταν στο χορό.
Οι παπαρούνες έμοιαζαν να χορεύουν τσιφτετέλι,
και τα κλαριά των δέντρων ταλαντεύονταν, σαν να φύσαγε αγέρι.
Μα σαν φώναξε η μαμά "Έτοιμο το φαγητό",
όλα σταμάτησαν να κινούνται μέσα σε ένα λεπτό.
Τεστ έκανε και έπαιξε ξανά για να σιγουρευτεί,
Και τότε οι πεταλούδες δίπλα του έκαναν στον αέρα μια στροφή.
Ο Αλέξανδρος αμέσως κατάλαβε πως το κλαρίνο του ήταν μαγικό,
και από εκείνη τη στιγμή ανέλαβε έναν σημαντικό σκοπό.
"Θα παίζω ασταμάτητα, όπου σταθώ και όπου βρεθώ,
για να αγαπήσουν όλοι τη μουσική και το χορό.
Φαίνεται πως η μελωδία από το κλαρίνο έχει αντίκτυπο θετικό,
και έτσι θα μεταδώσω σε όλους, σίγουρα κάτι καλό."
Είπε ο Αλέξανδρος και έτρεξε στη μαμά και στον μπαμπά.
Ευθύς αμέσως τους έπαιξε μια μελωδία γλυκιά.
Οι γονείς του, μόλις άκουσαν τον Αλέξανδρο να παίζει με νάζι και χάρη,
άρχισαν να χορεύουν αγκαλιασμένοι σαν νιόπαντρο ζευγάρι.
Ο παππούς ο Κώστας άρχισε να τραγουδά
και η γιαγιά Αρετή τους χειροκροτούσε δυνατά.
Ο Αλέξανδρος συνέχισε να παίζει με το κλαρίνο τραγούδια πολλά,
γιατί βλέποντας την αγάπη τους, έπαιρνε πολύ χαρά.
Η εκδρομή αυτή τους θα τους έμενε αξέχαστη πραγματικά,
γιατί εκτός από το γλέντι που έριξαν, μάζεψαν πολλά μανιτάρια νόστιμα και ζουμερά.
Από εκείνη την μέρα, ο Αλέξανδρος είχε πάντα μαζί του το κλαρίνο του το μαγικό,
Και με την πρώτη ευκαιρία έπαιζε τον κατάλληλο σκοπό.
Μια μέρα βροχερή που ήταν στο σχολείο,
όλα τα παιδιά είχαν βαρεθεί πάνω στο θρανίο.
Διάλειμμα στην αυλή δεν μπορούσαν να βγούνε γιατί έβρεχε πολύ,
ο Αλέξανδρος αμέσως έβγαλε το μαγικό κλαρίνο,δεν έχασε στιγμή.
Μόλις άρχισε να παίζει, σηκώθηκαν όλα τα παιδιά.
Χορέψανε όλοι τους τραγούδια παραδοσιακά.
Πρώτη η δασκάλα έσερνε το χορό,
σαν έπαιξε το "11", κάνανε πανικό.
Η βαρετή μέρα μεταμορφώθηκε στο καλύτερο πάρτι του σχολείου για τη χρονιά αυτή,
ο ήλιος βγήκε πάλι, έφυγε η βροχή.
Όλα τα παιδιά ευχαρίστησαν τον Αλέξανδρο με μια αγκαλιά πολύ σφιχτή,
η μέρα αυτή θα τους έμενε σίγουρα αξέχαστη πολύ.
Ένα άλλο απόγευμα,που ο Αλέξανδρος έπαιζε στη γειτονιά,
άκουσε ένα κλάμα από δύο μικρά παιδιά.
Ήταν δύο δίδυμα μωράκια μέσα στο καρότσι και έκλαιγαν νοερά,
ίσως πεινούσαν, ίσως είχαν πονάκια στην κοιλιά.
Η μαμά τους προσπαθούσε άρον άρον να τα ηρεμήσει,
μα η καημένη, δεν έβρισκε καμία λύση.
Ο Αλέξανδρος έβγαλε από τη τσάντα του το μαγικό κλαρίνο και άρχισε να παίζει σιγανά,
δεν ήθελε να τρομάξει τα μωρά.
Αμέσως μόλις τα μωράκια άκουσαν τη μελωδία του τη μαγική,
αμέσως έκλεισαν τα ματάκια τους, είχαν γλυκά αποκοιμηθεί.
Η μαμά τους δεν πίστευε στην τύχη της την καλή,
ευχαρίστησε τον Αλέξανδρο για τη βοήθεια αυτή.
Τον αποχαιρέτησε δίνοντας του από καρδιάς μια ευχή,
Το τραγούδι του σε όλο τον κόσμο, πέρα ως πέρα να ακουστεί.
Ο Αλέξανδρος έπαιζε καθημερινά το κλαρίνο του το μαγικό,
Κάθε εμπόδιο το έλυνε στο λεπτό.
Ένα απόγευμα της Αποκριάς, ετοιμάστηκε να πάει σε έναν Κοζανίτικο φανό,
είχε μασκαρευτεί και είχε ντυθεί Ζορό.
Αφού έτρεξε και έπαιξε με τους φίλους του γύρω γύρω από τη φωτιά,
είδε πως το κέφι είχε πέσει ξαφνικά.
Ευθύς αμέσως έβγαλε το κλαρίνο του το μαγικό,
κι όλοι μείνανε με το στόμα ανοιχτό.
Δεν είχαν ξανακούσει κανέναν άλλο να παίζει τόσο καλά, το μουσικό όργανο αυτό,
του ζήτησαν να βγάλει τη μάσκα του Ζορό.
Θέλανε να δούνε όλοι ποιος είναι αυτός που παίζει τόσο καλά,
Και έδωσε στην Κοζανίτικη Αποκριά τη δική του πινελιά.
Ο Αλέξανδρος όμως τους ευχαρίστησε και έφυγε δίχως να αποκαλυφθεί,
του έφτανε μόνο που σκόρπισε κέφι και χαρά πολύ.
Έδειξε ήθος, σαν σούπερ ήρωας σωστός,
το μαγικό του κλαρίνο ήταν ο καλύτερος οδηγός.
Τον οδηγούσε πάντα σε μέρη μαγικά,
εκεί που άνθρωποι χρειαζόταν τη βοήθεια του πραγματικά.
Μια μέρα, ο Αλέξανδρος βρέθηκε σε ένα πανηγύρι τοπικό,
που βρισκόταν κοντά στα Γρεβενά, σε ένα μικρό χωριό.
Τους είχαν προσκαλέσει οι παππούδες να πάνε εκεί,
γιατί θα τους έπαιρναν σουβλάκι και της γριάς μαλλί.
Όταν φτάσανε εκεί είχε γλέντι μεγάλο και τρανό,
με μουσική και μπόλικο φαγητό.
Κόσμος είχε έρθει να διασκεδάσει από όλη την Ελλάδα,
οι μεγάλοι πίνανε κρασί, οι μικροί πορτοκαλάδα.
Έλα όμως που έγινε ένα ατύχημα από το πουθενά,
κάποιος περδικλώθηκε στα καλώδια και ήρθε η συμφορά.
Βραχυκύκλωμα μεγάλο έγινε, έπεσε ο γενικός
τα φώτα κλείσανε και επικράτησε πανικός.
Ο Πρόεδρος του χωριού ευθύς αμέσως έτρεξε, τον κόσμο να ενημερώσει,
πως το πανηγύρι έτσι άδοξα έπρεπε να σώσει.
"Δίχως ρεύμα δεν μπορούμε να παίξουμε μουσική,
Η βλάβη θα αργήσει δυστυχώς να επιδιορθωθεί."
Αμέσως υπήρξε αγανάκτηση και πανικός,
ο κόσμος απογοητεύτηκε εντελώς.
Και τότε ήταν που ο μικρός αδερφός του Αλέξανδρου, ο Κωνσταντίνος είχε μια ιδέα φοβερή.
Δίχως να χάσει λεπτό έτρεξε και ψιθύρισε κάτι στου Προέδρου το αυτί.
Ο Πρόεδρος τότε με ενθουσιασμό,
φώναξε δυνατά στο πλήθος "Μην φεύγετε σας παρακαλώ.
Φαίνεται πως έχουμε κάποιον μαζί μας σήμερα εδώ,
που θα μας παίξει κάτι με το κλαρίνο του το μαγικό".
Ο Αλέξανδρος σαν άκουσε το όνομα του έμεινε με να κοιτάει με τα μάτια γουρλωτά.
Σε τόσο κόσμο, δεν είχε παίξει ποτέ μπροστά.
Και τότε ήταν που η γιαγιά Γεωργία και ο παππούς του ο Αλέκος σηκώθηκαν πρώτοι να σύρουν το χορό.
κι έτσι ο Αλέξανδρος πήρε θάρρος και έβγαλε από τη τσέπη του το κλαρίνο του το μαγικό.
Άρχισε να παίζει "Τα παιδιά της Σαμαρίνας", γιατί ήξερε ότι ήταν το αγαπημένο της γιαγιάς Αρετής,
έκλεισε τα μάτια του και ένιωθε σαν να ήταν στο κέντρο της γης.
Και όσο έβλεπε τον παππού του Αλέκο και τη γιαγιά Γεωργία να απολαμβάνουν το χορό,
τα δάχτυλα του έπαιζαν, σαν να κρατούσε τον μαγικό αυλό.
Έπαιζε ασταμάτητα και αναζωπύρωσε το γλέντι ξανά,
όλοι τους άκουγαν μαγεμένοι και χόρευαν με χαρά.
Το πανηγύρι αυτό έμεινε στην ιστορία,
Και ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε ο καλύτερος οργανοπαίχτης, δίχως αμφιβολία.
Μα ένα απόγευμα έγινε κάτι ξαφνικό,
το μαγικό του κλαρίνο έσπασε στα δυό.
Ο Αλέξανδρος στεναχωρήθηκε πολύ και αμέσως έτρεξε να το πει στη μαμά και στον μπαμπά.
"Δεν θα μπορέσω να παίξω ξανά..."
Ο μπαμπάς του ο Στέλιος, μόλις τον είδε τόσο απογοητευμένο,
του είπε πως δεν του άξιζε να παίζει με ένα κλαρίνο τόσο παλιό και φθαρμένο.
Αμέσως έτρεξε στο μαγαζί ένα καινούργιο κλαρίνο να να του αγοράσει,
μα ο Αλέξανδρος πίστευε πως το ταλέντο του είχε πια χάσει.
Η μαμά του η Νάσια όμως που πίστευε πολύ στο μικρό της το παιδί,
τον ενθάρρυνε να παίξει με ένα γλυκό φιλί.
Με μια πολύ σφιχτή σφιχτή αγκαλιά,
του θύμισε πως το ταλέντο του πηγάζει μέσα από την καλή του την καρδιά.
Ο Αλέξανδρος έπιασε το καινούριο του κλαρίνο και άρχισε να παίζει ξανά δίχως φόβο και ντροπή,
ανακάλυψε πως το ταλέντο του ήταν ακόμη εκεί.
Αποδείχθηκε πως το παλιό του κλαρίνο δεν ήταν μαγικό,
μα ήταν η αφορμή να ξεδιπλώσει το χάρισμα του το μοναδικό.
Κι έτσι γλυκά τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,
Το όνειρο του Αλέξανδρου έγινε πραγματικό.
Όχι μόνο κατάφερε να παίξει επάνω στη σκηνή,
μα η μουσική του ακούστηκε σε ολόκληρη τη γη.
Έδειξε το ταλέντο του στο κλαρίνο σε μεγάλους και μικρούς,
έγινε Μουσικός τρομερού βεληνεκούς.
Όπου γάμος και χαρά ο Αλέξανδρος ήταν εκεί,
με το κλαρίνο του σκόρπιζε αγάπη σε κάθε στιγμή.
Στο άκουσμα του λουλούδια άνθιζαν ξανά,
και οι άνθρωποι ερχόταν όλο και πιο κοντά.
Στα πρόσωπα τους έβλεπες ένα χαμόγελο πλατύ,
είναι γνωστό άλλωστε, πως η μουσική έχει επίδραση θετική.
Τόσο στο σώμα, όσο και στο μυαλό
κάτι ξέρανε οι πρόγονοι μας τον παλιό καλό καιρό....
***************************************
Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ.
Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2026
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου