Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Ο Γιώργος και μια μαγική περιπέτεια

Ένα προσωποποιημένο παραμυθάκι για τον μικρό Γιώργο που ζει στα όμορφα Χανιά και του αρέσουν οι σούπερ ήρωες, οι δράκοι τα ηφαίστεια και θα ήθελε να ζήσει μια περιπέτεια.

 



 

**************************************************************************

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό,

σε ένα νησί, την Κρήτη, πολύ μακριά από εδώ,

ζούσε ένα αγοράκι μικρό,

Γιώργος ήταν το όνομα του το γλυκό.

 

Στα Χανιά, όπως είναι γνωστό, ο ήλιος λάμπει από ψηλά,

η θάλασσα κυματίζει και σιγοτραγουδά.

Οι δρόμοι πλημμυρισμένοι από γλυκές μυρωδιές,

και γεμάτοι από παιδικές φωνές.

 

Έτσι και ο Γιώργος κάθε μέρα πήγαινε βόλτα με τη μαμά

και πάντα κάνανε στάση στη παιδική χαρά. 

Του άρεσε πολύ να παίζει με τα άλλα παιδιά,

πότε με αυτοκινητάκια, πότε με ξύλινα σπαθιά.

Όνειρο του ήταν να γίνει μια μέρα ιππότης και δράκους να πολεμά,

να γίνει σούπερ ήρωας, σαν τον καλό του τον μπαμπά.

 

Μια μέρα ο μπαμπάς του είχε μια ιδέα φοβερή,

νύχτα να πάνε στο Παλιό Ενετικό λιμάνι για ψάρεμα ως το πρωί. 

Ο Γιώργος ενθουσιάστηκε πολύ με την ιδέα αυτή,

αποχαιρέτισε τη μαμά του με ένα γλυκό φιλί. 

 

Σαν έφτασαν στο λιμάνι η πόλη έλαμπε από τα φώτα τα πολλά,

και το φεγγάρι και τα αστέρια φώτιζαν κάθε γωνιά.

Στα Χανιά η ζωή είναι πάντα τόσο γλυκιά, 

σαν παραμύθι, γεμάτο φως και χαρά.

 

Μα καθώς ο μπαμπάς ψάρευε υπομονετικά, 

και εξιστορούσε στον Γιώργο ιστορίες από τα παλιά,

λίγο πριν κλείσει τα μάτια του για τα καλά,

ένα αεράκι ένιωσε να κουνάει τα ίσια του μαλλιά.

Κάτι πέρασε από δίπλα του γρήγορα σαν αστραπή

και ήταν σίγουρος πως κάτι μύρισε σαν ρέγγα καπνιστή.  

Και όχι δεν ήταν ο μπαμπάς του που είχε βγάλει μεζέ με ρακί.

 

Ο Γιώργος ανασκουμπώθηκε και κοίταξε μακριά,

εκεί στο φάρο έβλεπε καπνό, μα όχι φωτιά.

<<Καπνός χωρίς φωτιά δεν γίνεται.>>, σκέφτηκε και πριν προλάβει να το πει στον μπαμπά,

είδε έναν δράκο, να πετάει γύρω γύρω από τον φάρο, με μια τεράστια ουρά.

 

Ο δράκος τον αντιλήφθηκε από μακριά 

και ευθύς αμέσως άρχισε να πετάει όλο και πιο κοντά. 

Ο Γιώργος δεν φοβήθηκε ούτε λεπτό

και με ένα γενναίο σάλτο σηκώθηκε όρθιος στα πόδια του τα δύό.


<<Στοπ! >> , του φώναξε και ύψωσε το ξύλινο σπαθί 

και ο δράκος υπάκουσε και στάθηκε προσοχή.

Μα τότε έγινε κάτι μαγικό,

που άφησε τον Γιώργο με το στόμα ανοιχτό. 

 

 Ο δράκος άρχισε να του μιλάει και βοήθεια να του ζητά,

από τα μάτια του έβγαιναν δάκρυα και είχε τρέμουλο στην ουρά.

<<Σε παρακαλώ βοήθησε με, έχασα τη φωτιά μου

μόνο καπνός βγαίνει από τη μύτη μου και από τα αυτιά μου.

Ήμουν από όλους τους δράκους ο πιο άγριος και τρομερός,

στο πέρασμα μου όλα γίνονταν στάχτη και καπνός.  

Και τώρα οι άλλοι δράκοι με έδιωξαν μακριά,

και οι άνθρωποι δεν με φοβούνται πια.>>

 

Ο Γιώργος δίχως να χάσει λεπτό δέχτηκε να τον βοηθήσει με χαρά. 

Ανέβηκε στην πλάτη του και οι δυο τους πέταξαν πάνω από τα Χανιά.  

Προσγειώθηκαν στον Δημοτικό κήπο, κάτω από τον τεράστιο Φίκο της Βεγγάλης, ένα από τα παλαιότερα δέντρα που βρίσκεται εκεί,

κατά την προσγείωση τους ξύπνησαν και ένα μικρό Κρι Κρι.  

 

Ψάξανε τριγύρω για τη φωτιά μα δεν ήταν πουθενά.

μπήκανε ακόμη και στη Παιδική Βιβλιοθήκη που ήταν εκεί κοντά.

Η Βιβλιοθήκη ήταν το αγαπημένο του σημείο στο πάρκο αυτό,

γιατί πήγαινε εκεί συχνά με τη μαμά και διάβαζε βιβλία ένα σωρό.

Ο Γιώργος άρπαξε την ευκαιρία και διάβασε στον δράκο ένα απόσπασμα, από το αγαπημένο του βιβλίο, δυνατά και καθαρά

που εντελώς συμπτωματικά... έλεγε για έναν δράκο με μεγάλη ουρά.

 


Μετά από αρκετά βιβλία που διαβάσανε εκεί, ο Γιώργος για να βοηθήσει τον καινούργιο του φίλο σκέφτηκε ένα σχέδιο φοβερό. 

Έβγαλε από τη τσέπη του μολύβι και χαρτί και δεν έχασε λεπτό. 

<< Πες μου τα τελευταία μέρη που επισκέφθηκες πριν χάσεις τη φωτιά, 

θα φτιάξουμε έναν χάρτη με τα σημεία και θα ψάξουμε μαζί σχολαστικά.>>

Και συνέχισε δίνοντας του μια σημαντική συμβουλή μέσα από την καρδιά του. 

<<Θα σου δείξω πως είναι πιο σημαντικό να είσαι καλός και ευγενικός, 

παρά να είσαι απ'όλους τους δράκους ο πιο κακός και τρομερός.

Τη φωτιά σου αν μάθεις να τη χρησιμοποιείς σωστά για καλό σκοπό,

ίσως τη βρεις πάλι, με έναν τρόπο μαγικό.>>

Ο δράκος μετάνιωσε για τις πράξεις του, ακούγοντας τα λόγια αυτά,

και του υποσχέθηκε ότι θα αλλάξει πραγματικά.

 

Έτσι μόλις τελείωσαν τον χάρτη ο Γιώργος ανέβηκε στη πλάτη του ξανά. 

Πρώτη στάση ήταν των Αγίων Αποστόλων η παιδική χαρά.  

Ο δράκος του είπε ότι είχε κάνει μια στάση εκεί γιατί του άρεσε στη πλοίο - τσουλήθρα να τσουλάει με τη μακριά του την ουρά. 

Ο Γιώργος ενθουσιάστηκε γιατί εκεί πήγαινε καθημερινά, 

που να φανταζόταν ότι τώρα θα βοηθούσε έναν δράκο, αντί να τον πολεμά!


Έψαξαν καλά εκεί τριγύρω, από το ξωκκλήσι μέχρι την παραλία, αλλά η φωτιά του πουθενά. 

Έτσι αποφάσισαν να κάνουν και μια βουτιά. 

Καθώς πλατσούριζαν στη θάλασσα τη ζεστή, 

Ο δράκος θυμήθηκε ότι είχε κάνει και μια στάση στο Ναυτικό μουσείο για να ξεκουραστεί.


Ο Γιώργος ανέβηκε στη πλάτη του και πέταξαν αμέσως για το Ναυτικό μουσείο

Ο δράκος προσγειώθηκε εκεί δίπλα, στο Φρούριο Φιρκά, στο πιο ψηλό σημείο. 

Σύχναζε συχνά εκεί γιατί του άρεσε να μαθαίνει για το Πολεμικό Ναυτικό, 

καθώς το Φρούριο του θύμιζε το κάστρο που ζούσε τον παλιό καλό καιρό. 


Μα η φωτιά του δράκου δεν ήταν ούτε εκεί πέρα, 

και ο Γιώργος με τον δράκο, πέταξαν με έναν σάλτο στον αέρα. 

Προσγειώθηκαν λίγο πιο δίπλα στο Γυαλί Τζαμί

γιατί ο δράκος είχε κάνει στάση προχθές εκεί να κοιμηθεί. 


Η θέα από εκεί ψηλά ήταν στα αλήθεια μαγική, 

μα η φωτιά του δράκου δεν ήταν ούτε εκεί. 

Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος σαν μπουμπουνητό, 

η κοιλίτσα του Γιώργου αλλά και του δράκου είχε αρχίσει το γουργουρητό. 


Με τόσο ψάξιμο είχαν αρχίσει να πεινάνε πολύ και οι δύό, 

Και σκέφτηκαν να κάνουν μια στάση  για το αγαπημένο τους φαγητό. 

Πέταξαν μέχρι τον φούρνο που ήταν εκεί κοντά και τσίμπησαν σκαλτσούνια με σπανάκι που μόλις είχαν βγει ζεστά ζεστά,

ο δράκος δεν είχε ξαναφάει τέτοια νοστιμιά. 

Είναι γνωστό πως η Κρήτη έχει τα καλύτερα μεζεδάκια,

γιαυτό το νησί είναι ιδανικό για όλα τα παιδάκια!


Ο δράκος ευχαρίστησε πολύ τον Γιώργο που του κράτησε παρέα, 

που του έδειξε πως και χωρίς τη φωτιά του η ζωή είναι ωραία. 

Πως δεν χρειάζεται να φοβερίζει τους άλλους με τη φωτιά του, 

αλλά να εκμεταλλεύεται μόνο την ουρά και τα φτερά του. 

Να πετάει σε μέρη μαγικά και να απολαμβάνει τη θέα από ψηλά, 

να κάνει φίλους σε κάθε λιμάνι ή παιδική χαρά. 


<<Άδικα ψάχνουμε η φωτιά μου δεν είναι πουθενά,

έλα ανέβα θα σε γυρίσω πίσω στον μπαμπά.

Μπορώ να ζήσω και χωρίς τη φωτιά μου,

είμαι έτοιμος προς νέες περιπέτειες να ανοίξω τα φτερά μου>>.

Του είπε ο δράκος και ο Γιώργος χάρηκε πολύ για την απόφασή του αυτή.  


Πετώντας πάνω από τα γραφικά σοκάκια της Παλιάς Πόλης είδαν τον φάρο από μακριά,

και ο δράκος πήγε και προσγειώθηκε δίπλα στου Γιώργου τον μπαμπά. 

<<Αντίο φίλε μου , θα θυμάμαι πάντα τη βοήθεια σου στο ταξίδι αυτό,

τώρα ήρθε η ώρα να πετάξω μακριά σε άλλον προορισμό.

Η καλοσύνη να είναι πάντα στη ζωή σου οδηγός ,

να φέρεσαι στους άλλους σαν σούπερ ήρωας σωστός!>>

 

Του είπε ο δράκος και πέταξε μακριά...

και τότε μια δυνατή φωνή  "ξύπνησε" τον Γιώργο καθώς άκουσε τον μπαμπά του να φωνάζει δυνατά. 

<< Τσίμπησε, τσίμπησε!!! Γιώργο ξύπνα πιάσαμε κάτι μεγάλο και δυνατό.

Ετοιμάσου να φας σφυρίδα ή νόστιμο ροφό!!>>

 

Ο Γιώργος σάστισε σαν είδε τον μπαμπά του να τραβάει τη πετονιά,

να ήταν όνειρο όλα αυτά που έζησε ή αληθινά;

Πέταξε στα αλήθεια πάνω από τα Χανιά, στου δράκου τη πλάτη; 

Ή ήταν όλα μια ωραία οφθαλμαπάτη;

 

Τελικά ο μπαμπάς του είχε πιάσει μια σαρδέλα μικρή

και οι δύο τους με αυτό το κατόρθωμα γέλασαν πάρα πολύ.

Τα μάζεψαν και γύρισαν πίσω στο σπιτάκι να βρούνε τη μαμά,

μιας και μετά από αυτή τη "καλή ψαριά" πεινούσαν για τα καλά. 

 

Μόλις έφτασαν στο σπιτάκι τους ξαφνιάστηκαν πολύ,

φωτιά είδαν και καπνό πάρα πολύ.

Όχι δεν ήταν ο δράκος, αλλά οι ψησταριές δίπλα δίπλα στη σειρά. 

Η μαμά είχε καλέσει όλο το σόι και τη γειτονιά, 

γιατί η φιλοξενία,όπως είναι γνωστό στην Κρήτη, είναι έμφυτη μέσα στην καρδιά. 

 

Ο Γιώργος και ο μπαμπάς του ζήτησαν συγνώμη που ήρθαν με άδεια τα πανέρια,

και τότε όλοι χαμογελώντας πιάσανε τα χέρια. 

<<Μπορεί να μην φέρατε ψάρια, έχετε όμως τις καλύτερες μαγείρισσες σε όλη τη γειτονιά>>,

είπε η  μαμά και συμφώνησαν όλοι με γέλια δυνατά. 

Και μέσα σε μια στιγμή γέμισε το τραπέζι ένα σωρό λιχουδιές. 

Ντάκο, απάκι, σύγκλινο, άγρια χόρτα και ελιές. 

Πίτες χειροποίητες και μπουρεκάκια

γεμιστές πιπεριές και ντολμαδάκια.

Και εκεί στο κέντρο μια μεγάλη πιατέλα με σκαλτσούνια με σπανάκι,

που τα ετοίμασε η γιαγιά του Γιώργου με αγάπη και μεράκι.


Και έτσι γλυκά με αυτό το φαγοπότι τελειώνει το παραμυθάκι αυτό,

ο Γιώργος ανυπομονούσε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του το ζεστό.

Καθώς έκλεινε τα ματάκια του ακούγοντας της μαμάς το παραμυθάκι,

σκεφτόταν τον δράκο το καινούργιο του φιλαράκι.

 

Ονειρευόταν ότι κάθισε στου δράκου τη πλάτη για άλλη μια φορά 

και αυτή τη φορά πετάξανε μαζί σε μέρη μακρινά.

Επισκέφθηκαν την Ιαπωνία, την Ισλανδία αλλά και τη Χιλή 

μήπως και βρίσκανε τη φωτιά του δράκου στα ηφαίστεια που βρίσκονται εκεί...

 

 


***************************************************************

 

Μην ξεχάσετε να κάνετε εγγραφή στο κανάλι του Παραμυθόσαυρου εδώ

Πνευματικά Δικαιώματα Εμμανουέλα Θεοχαροπούλου ©2025

 

 

 

 

 

 



 

 

 



 

 


 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου